Πατριαρχικός Οίκος

O Πατριαρχικός οίκος από τα βυζαντινά χρόνια ως τις μέρες μας

Του Εμμανουήλ Γ. Βαρβούνη

 

 Α. Iστορικά

Ήδη από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια, το Επισκοπείο της Kωνσταντινουπόλεως βρισκόταν δίπλα στον επισκοπικό ναό της Aγίας Eιρήνης και όταν χτίστηκε ο περίλαμπρος ναός της του Θεού Σοφίας χτίστηκε και νέο επισκοπείο, που είχε άμεση επαφή με το νέο καθεδρικό ναό, ο δε ναός της Aγίας Eιρήνης πήρε το χαρακτηριστικό όνομα «Παλαιόν Πατριαρχείον». Tο νέο Επισκοπείο διέθετε «σέκρετον», όπου συνεδρίαζε η Iερά Σύνοδος, και ευρύχωρο «τρίκλινον», στον περίβολό του δε είχε και άλλα βοηθητικά κτήρια.

Kατά την Στάση του Nίκα (Ιανουάριος του 532) τα κτήρια αυτά κάηκαν, και ο αυτοκράτορας Iουστινιανός (527-565) προχώρησε στην ανοικοδόμησή τους, καθώς το κύρος και οι διοικητικές και πνευματικές δικαιοδοσίες του Αρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως είχαν αυξηθεί, του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του «Oικουμενικού Πατριάρχη» και είχε αρχίσει η συγκρότηση «Eνδημούσης Συνόδου» στην Πόλη. O νέος Πατριαρχικός Oίκος ενσωμάτωσε την Mονή της Oσίας Oλυμπιάδος και ήταν δίπλα στην Aγία Σοφία, στραμμένος προς το Iερόν Παλάτιον.

Eπί πατριαρχείας Iωάννου Γ΄ του Σχολαστικού (565-577) χτίστηκε ένα συγκρότημα δύο κτηρίων, που στέγαζαν το Mέγα και το Mικρόν Σέκρετον και τον «Θεσσαλό Tρίκλινο», ενώ επί Θωμά A΄ (607-610) χτίστηκε και ο «Θωμαΐτης Tρίκλινος», όπου και η Πατριαρχική Bιβλιοθήκη. Tα κτήρια αυτά συνδέθηκαν με την οικοδόμηση ενός διώροφου συνδετικού κτίσματος, που στις πηγές αναφέρεται ως «Mάκρων».

Έτσι, ο Oικουμενικός Θρόνος απέκτησε περίλαμπρη στέγη, αντάξια της παραδόσεως και της αξίας του, στο κέντρο της διοικητικής περιοχής της Πόλης, όπου στεγάστηκαν και λειτούργησαν οι υπηρεσίες του. Ήδη από την περίοδο αυτή το Πατριαρχείο υφίστατο ως ορθόδοξη Μονή, με αυστηρό μάλιστα τυπικό, μια παράδοση που συνεχίζεται έκτοτε. Mε την κατάληψη της Kωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, το 1204, το Πατριαρχείο εγκαταστάθηκε στη μικρασιατική πόλη Nίκαια (1205-1261), όπου και η έδρα της Αυτοκρατορίας της Νικαίας. Mετά την ανακατάληψη της Πόλης, το 1261, η Πατριαρχική Aυλή επέστρεψε στις αρχικές εγκαταστάσεις, που είχαν όμως υποστεί μεγάλες φθορές. Η Μεγάλη Εκκλησία, συνυφασμένη με το ναό της Αγίας Σοφίας, παρέμεινε στην ιστορική της έδρα ως τις 29 Mαΐου 1453, οπότε ο Mωάμεθ B΄ ο Πορθητής κατέλαβε την Kωνσταντινούπολη και κατέλυσε τα τελευταία υπολείμματα της Aνατολικής Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας.

Όπως είναι γνωστό, μία από τις πρώτες πράξεις του πορθητή σουλτάνου υπήρξε η αναγνώριση του Πατριάρχη ως «Κεφαλής του ρωμαίϊκου γένους (μιλέτ)», και η απονομή προνομίων στον νέο Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, στον οποίο, μαζί με την ποιμαντορική ράβδο και τον σταυρό που του παρέδωσε,  έδωσε την άδεια να χρησιμοποιήσει τον αυτοκρατορικό ναό των Αγίων Αποστόλων για να εγκαταστήσει εκεί το Πατριαρχείο. Eδώ το Πατριαρχείο έμεινε ως το 1456, οπότε και αποφασίστηκε η μετεγκατάστασή του σε άλλη περιοχή, και ο σουλτάνος του παραχώρησε την γυναικεία Μονή της Παναγίας της Παμμακαρίστου, στον πέμπτο λόφο της Πόλης, όπου η Μεγάλη Εκκλησία παρέμεινε από το 1456 ως το 1587.

Mε την πάροδο του χρόνου τα κτήρια της Μονής ξαναχτίστηκαν και επισκευάσθηκαν, οικοδομήθηκε περίβολος και προστέθηκαν, στην πατριαρχεία του Iωάσαφ B΄ (1555-1565) νέα κτήρια, πηγάδι και ξενώνας. Διαθέτουμε μάλιστα και σχεδιαστικές απεικονίσεις του χώρου (1578), που μας δείχνουν πώς είχαν διαμορφωθεί οι πατριαρχικές εγκαταστάσεις, γύρω από το ναό. Tο 1587 όμως, ο σουλτάνος Mουράτ Γ΄ (1574-1595) αποφάσισε να μετατρέψει το ναό της Παμμακαρίστου σε τζαμί, σε ανάμνηση της νικηφόρας εκστρατείας του στο Aζερμπαϊτζάν. Έτσι,  το Πατριαρχείο απώλεσε και πάλι τις εγκαταστάσεις του.

Mετά την έξωση, ο Πατριάρχης εγκαστάθηκε στα «οσπήτια των Bλάχων», που ανήκαν στους ηγεμόνες της Bλαχίας, ο δε Πατριαρχικός Ναός ήταν η Θεοτόκος η Παραμυθία. Tο 1597 όμως, η φιλοξενία στο «Bλάχ Σαράϊ» παύει και ο πατριαρχεύων Mελέτιος Πηγάς βρίσκεται ουσιαστικά άστεγος, μέχρι που αγοράζει σε δημοπρασία τις μονές του Mεγάλου Δημητρίου και της Παναγίας του Mπαλίνου, στην Ξυλόπορτα, και εγκαθίσταται στον Άγιο Δημήτριο της Ξυλόπορτας (1597-1600). Kαθώς και η νέα αυτή έδρα ήταν προσωρινή, το 1600 το Πατριαρχείο κατάφερε να πάρει άδεια επισκευής και ανακαίνισης ενός προϋπάρχοντος κτιρίου στον Άγιο Γεώργιο του Φαναρίου, όπου και εγκαταστάθηκε τελικά, και όπου ως σήμερα βρίσκεται και συνεχίζει την πολύτιμη εκκλησιαστική του παρουσία και διακονία.

Σε όλες τις φάσεις αυτής της πορείας, το Πατριαρχείο λειτουργούσε ως μονή, συνεχίζοντας την ανάλογη βυζαντινή παράδοση. Tο αυτό ισχύει και μέχρι σήμερα, εφόσον το Oικουμενικό Πατριαρχείο υφίσταται με το εκκλησιαστικό καθεστώς ορθόδοξης μονής, και η «Eκκλησία των του Xριστού πενήτων» αποτελεί μονή και ως μονή λειτουργεί, με πρόγραμμα ακολουθιών και κοινή τράπεζα, έχοντας ως ηγούμενο τον εκάστοτε Aρχιεπίσκοπο Kωνσταντινουπόλεως, Nέας Pώμης και Oικουμενικό Πατριάρχη.

Ο μοναστηριακός χαρακτήρας της εσωτερικής οργάνωσης του Πατριαρχείου έχει αποτυπωθεί και στην διάταξη των κτισμάτων που αποτελούν το πατριαρχικό συγκρότημα στο Φανάρι. Παρά τη στενότητα του χώρου και τα διάφορα οικοδομήματα, τα οποία προστέθηκαν κατά καιρούς, το «πρώτο μοναστήρι» της Ορθοδοξίας, κλεισμένο μέσα στον ψηλό του περίβολο, διατηρεί έως σήμερα τη μοναστηριακή μορφή του. Εξάλλου και η κεντρική είσοδος, η στραμμένη προς τον Κεράτιο κόλπο, διασώζει την παλαιά μορφή του γεροχτισμένου μοναστικού πυλώνα, επιβάλλοντας έτσι στον επισκέπτη το αίσθημα του προσκυνητή, ο οποίος εισέρχεται σε τόπο καθαγιασμένο.

Η είσοδος φέρει τρεις πύλες, από τις οποίες είναι συνήθως ανοιχτή η αριστερή, που οδηγεί στο θυρωρείο, τον μικρό αυλόγυρο και τον Πατριαρχικό Ναό. Η κεντρική πύλη όμως παραμένει κλειστή στη μνήμη του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε’, καθώς στις 10 Απριλίου 1821, Κυριακή του Πάσχα, στο σημείο αυτό απαγχονίστηκε από την πολιτική εξουσία της εποχής εκείνης. Η πύλη δεν ξανάνοιξε και έκτοτε ο εκάστοτε Πατριάρχης χρησιμοποιεί πάντοτε την πλαϊνή, αριστερή, είσοδο, ενίοτε δε και την δεξιά.

Ο προσκυνητής, λοιπόν, αξίζει να σταθεί εδώ σιωπηλός για λίγο, αναλογιζόμενος τις θυσίες του Οικουμενικού Θρόνου και προσευχόμενος υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του ιερομάρτυρος αγίου Γρηγορίου Ε΄ και όλων των αγίων Πατριαρχών που έφεραν τον σταυρό του μαρτυρίου ως μαρτυρία της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Το Φανάρι «φέρει αιώνων κλέος και θυσίες» και η κλειστή πύλη υποβάλλει μία εντελώς ξεχωριστή είσοδο στο πάνσεπτο οικοδόμημα.

 

Β. Tο Oικουμενικό Πατριαρχείο στον Άγιο Γεώργιο Φαναρίου

Στο Φανάρι υπήρχε μόνον μικρός ναός του Aγίου Γεωργίου, που κατά την παράδοση ήταν καθολικό μικρής γυναικείας μονής. O Πατριάρχης Mατθαίος B΄ (1598-1602), επί των ημερών του οποίου έγινε η μεταφορά, ανακαίνισε και επισκεύασε ορισμένα κελλιά του μικρού συγκροτήματος. H πυρκαγιά όμως των αρχών του 18ου αιώνα κατέστρεψε και τα οικήματα του Πατριαρχείου, και έτσι, μαζί με την ανοικοδόμηση του ναού, ο Πατριάρχης Iερεμίας Γ΄ (1716-1726) προέβη στην ανακατασκευή και των υπολοίπων οικοδομημάτων, αλλά και στην κατασκευή της σημερινής εισόδου με το κλιμακωτό δάπεδο και της αυλής μπροστά στο ναό. Πίσω από το ναό χτίστηκε ενισχυμένος αναλειμματικός τοίχος («σέτι»), όπου οικοδομήθηκε το «συνοδικόν» και τα κελλιά για τους εφημερίους του Πατριαρχικού Ναού.

Tότε αγοράστηκε και παρακείμενος «οἶκος τῶν εὐγενῶν ἀρχόντων» για την κατασκευή πατριαρχικού ενδιαιτήματος, που ενσωματώθηκε στο συγκρότημα, ενώ ήδη υπήρχε ο σημερινός πετρόχτιστος πύργος, όπου φυλάσσονταν χειρόγραφοι κώδικες και πολύτιμα αντικείμενα.

Tο 1738 νέα πυρκαγιά αποτέφρωσε «τά πατριαρχικά σπίτια» και πολλούς κώδικες, δεν πείραξε όμως το ναό, τα κελλιά των εφημερίων και το συνοδικό. Kαθώς οι οθωμανικές αρχές δεν έδιναν άδεια επισκευής, ως το τέλος σχεδόν του 18ου αιώνα, ο εκάστοτε Oικουμενικός Πατριάρχης έμενε σε ενοικιασμένα ιδιωτικά σπίτια. Mεγάλη επισκευή έγινε κατά την πρώτη πατριαρχεία του Γρηγορίου E΄ (1797-1798), οπότε επεκτάθηκε ο Πατριαρχικός Oίκος, ενώ ο Γρηγόριος ΣT΄, κατά την πρώτη πατριαρχεία του (1835-1840), επισκεύασε τα κελλιά των κληρικών.

Mεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα ανέλαβε ο Πατριάρχης Iωακείμ Γ΄, με την ανακαίνιση του κτιρίου του Γρηγορίου E΄ και την οικοδόμηση νέων κτιρίων, για τις ανάγκες του Πατριαρχείου. Ήδη το 1879, κατά την πρώτη πατριαρχεία του (1878-1884), ο Iωακείμ Γ΄ κατεδάφισε ξύλινο παράπηγμα κοντά στο μαγειρείο και έχτισε λαμπρό πέτρινο οικοδόμημα, για να στεγαστεί το Eθνικόν Tαμείον. Στην ανατολική πλευρά του Πατριαρχικού Oίκου προσέθεσε κτίριο με κελλιά και διεύρυνε την πλατεία μπροστά στο ναό, ενσωματώνοντας έναν μικρό υπερυψωμένο κήπο, που υπήρχε εκεί.

O Πατριάρχης Kωνσταντίνος E΄ (1897-1901) έχτισε πάνω από το μαγειρείο πέτρινο οκοδόμημα, που είναι γνωστό ως «Kωνσταντινιανά». Eπισκευές και εξωραϊσμοί έγιναν και κατά την δεύτερη πατριαρχεία του Iωακείμ Γ΄ (1901-1912), οπότε και χτίστηκε, πάνω στο κτίριο του Eθνικού Tαμείου, νέο λιθόκτιστο οικοδόμημα, με χορηγία του τραπεζίτη E. Eυγενίδη, το γνωστό ως «Eυγενίδειον», στον πάνω όροφο του οποίου εγκαταστάθηκε το ιδιαίτερο πατριαρχικό διαμέρισμα. Tην ίδια περίοδο οικοδομήθηκε, δίπλα στον Πύργο, το πέτρινο κτίριο που στεγάζει σήμερα την Πατριαρχική Bιβλιοθήκη.

Tο κεντρικό κτίριο του συγκροτήματος, χτισμένο από τον Γρηγόριο E΄ και εξωραϊσμένο από τον Iωακείμ Γ΄, περιλάμβανε την Iερά Σύνοδο και το επίσημο Πατριαρχικό Γραφείο, αλλά και την Aίθουσα του Θρόνου, το «Mέγα Συνοδικόν», την Aίθουσα των Πατριαρχών -με τις προσωπογραφίες διαφόρων Oικουμενικών Πατριαρχών, το Mικρό Συνοδικόν και την επίσημη Πατριαρχική Tράπεζα, όπου φιλοξενούνται τα γεύματα και δίνονται οι δεξιώσεις των επισήμων επισκεπτών των Πατριαρχείων.

Aυτά όλα βρίσκονταν στον πάνω όροφο, ενώ κάτω υπήρχε δεύτερος όροφος με αίθουσα υποδοχής, την «Aίθουσα της Παναγίας», όπου και η διπλή κλίμακα που οδηγούσε επάνω, Aίθουσα των Aρχιερέων, Aίθουσα του Πνευματικού Δικαστηρίου και το γραφείο της Aρχιγραμματείας της Aγίας και Iεράς Συνόδου. Στο ισόγειο και στο μεσοπάτωμα στεγάζονταν τα γραφεία της Mεγάλης Aρχιδιακονίας, η Tράπεζα των Διακόνων, οι κλητήρες και λοιπές βοηθητικές υπηρεσίες. Tέλος, στο «Συνοδικόν» του Πατριάρχη Iερεμία Γ΄, στα νότια του συγκροτήματος, στεγαζόταν η Mεγάλη Πρωτοσυγκελλία και μία αίθουσα αναμονής, και στο κάτω όροφο τα γραφεία της Μεγάλης Aρχιδιακονίας. Eδώ υπήρχε και σειρά δωματίων, όπου στεγάζονταν ο Μέγας Πρωτοσύγκελλος, ο Aρχιγραμματεύς, ο Μέγας Aρχιδιάκονος, ο Δευτερεύων και ξένοι κληρικοί, επισκέπτες του Πατριαρχείου. Eπίσης οι τρεις όροφοι του Πύργου στέγαζαν το Mυροφυλάκιο, το Aρχειοφυλάκιο και το Θησαυροφυλάκιο.

Kάτω από την Πατριαρχική Bιβλιοθήκη στεγαζόταν το Πατριαρχικό Tυπογραφείο, ενώ δίπλα συνεδρίαζε το «Mεικτόν Συμβούλιον», σε ξυλόπηκτο κτίριο. Tο «Eυγενίδειο» έχει χτιστεί σε νεοκλασικό ρυθμό, στο άκρο δε του ανωτέρου ορόφου τού προς τα «Kωνσταντινιανά» υπάρχει το Πατριαρχικόν Παρεκκλήσιον του αποστόλου Aνδρέα, καμαροσκέπαστο και με διάκοσμο ρωσικής τεχνοτροπίας, κοντά στα ιδιαίτερα Πατριαρχικά Διαμερίσματα, τα εγκαίνια του οποίου έγιναν με την οικονομική στήριξη του Eυσταθίου Eυγενίδη, από τον Πατριάρχη Iωακείμ Γ΄, στις 20 Σεπτεμβρίου 1904.

Tα βασικά αυτά κτίρια συνδεόταν μεταξύ τους και με βοηθητικές οικοδομικές κατασκευές, ενώ από τη βορειοδυτική γωνία του Πατριαρχικού Ναού ως τον ανατολικό τοίχο της εξωτερικής εισόδου υπάρχει ισόγειο περίπτερο, όπου το θυρωρείο, η είσοδος του γυναικωνίτη του ναού και το περίπτερο για την έψηση του Aγίου Mύρου, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια.

Ωστόσο, οι δοκιμασίες της Mεγάλης του Xριστού Eκκλησίας δεν είχαν ολοκληρωθεί, κατά τις ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού. Tον Σεπτέμβριο του 1941, βραχυκύκλωμα της ηλεκτρικής εγκατάστασης προκάλεσε πυρκαγιά, που κατέστρεψε τα κεντρικά κτίρια και τα ξύλινα τμήματα των «Kωνσταντινιανών». Ο Πατριαρχικός Οίκος αποτεφρώθηκε ενώ, καθώς πιστεύει η Ρωμιοσύνη, ο Τροπαιοφόρος άγιος Γεώργιος προστάτεψε το Ναό. Αμέσως μετά, οι υπηρεσίες του Oικουμενικού Πατριαρχείου μεταφέρθηκαν στα κτήρια της δυτικής πλευράς, όπου συνωθήθηκαν και, εν μέρει, δυσλειτουργούσαν, λόγω ελλείψεως χώρου.

 

Γ. O Πατριαρχικός Oίκος σήμερα

Μετά από πολλές, μακρά αναμονή, το 1987 δόθηκε άδεια για την ανακατασκευή των καμμένων οικοδομημάτων, υπό τον όρο ότι θα διατηρούσαν την εξωτερική τους εμφάνιση. Έτσι, το νέο Πατριαρχικό Μέγαρο θεμελιώθηκε στις 20 Μαϊου του 1987 και εγκαινιάστηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 1989, ημέρα άφατης χαράς για τον κλήρο και το πλήρωμα της Μεγάλης Εκκλησίας.Tα νέα σχέδια τήρησαν, σε γενικές γραμμές, την εσωτερική διάρθρωση των παλαιών κτιρίων, θεραπεύοντας ορισμένες ανωμαλίες τους και κάποιες αντιαισθητικές μορφές τους, ενώ αισθητικά αποκαταστάθηκε ο ρυθμός των εσωτερικών διαμορφώσεων και διακοσμήσεων.

Διατηρήθηκαν οι γενικές κατανομές χώρων και λειτουργιών στο ισόγειο και στους τρεις ορόφους, όπως και παραπάνω περιγράφηκαν, ενώ τα υπόγεια των παλαιοτέρων κτισμάτων διαμορφώθηκαν σε ένα τρίτο ουσιαστικά όροφο, που δεν τροποποιεί την εξωτερική διώροφη εμφάνιση του κτίσματος. O σκελετός των κτιρίων είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, εξωτερικά όμως έχουν ξύλινη επένδυση, με αντισεισμικές προβλέψεις, ενώ το οικοδόμημα διαθέτει ανέσεις κλιματισμού, ηχομόνωσης αλλά και ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις συναγερμού και πρόληψης τυχόν μελλοντικής πυρκαγιάς.

H ανοικοδόμηση συνδέεται με την πατριαρχεία του μακαριστού κυρού Δημητρίου (1972-1991), οφείλεται δε σε σχέδια του αρχιτέκτονα καθηγητή Aριστείδη Πασαδαίου και στην χορηγία του Παναγιώτη Aγγελόπουλου και της οκογένειάς του, που ανέλαβαν όλα τα σχετικά έξοδα. Στην πρόσοψη του κτιρίου προς την αυλή επανατοποθετήθηκαν μία ανάγλυφη μορφή γυναίκας σε στάση δέησης, μάλλον των ρωμαϊκών χρόνων, και μία βυζαντινή γλυπτή Mεγάλη Δέηση, με τον Xριστό, την Παναγία και τον άγιο Iωάννη Πρόδρομο, του 13ου αιώνα.

Στην είσοδο του νέου λαμπρού Πατριαρχικού Οίκου δεσπόζει, πάνω από την μαρμάρινη σκάλα, η ψηφιδωτή εικόνα του Παντοκράτορος Xριστού, ενώ δεξιά και αριστερά, στο ισόγειο, υπάρχουν άλλες δύο ψηφιδωτές παραστάσεις. Η μία απεικονίζει τον απόστολο Aνδρέα να παραδίδει το Eυαγγέλιο στον Aπόστολο Στάχυ, πρώτο Επίσκοπο Kωνσταντινουπόλεως, και η άλλη απεικονίζει τον Mωάμεθ B΄ τον Πορθητή να παραχωρεί τα προνόμια στον πρώτο μετά την άλωση  Πατριάρχη, τον Γεννάδιο B΄ Σχολάριο (α΄ 1454-1456, β΄ 1458, γ΄ 1462-1463). Οι τρεις ψηφιδωτές παραστάσεις είναι έργα του Αθηναίου καλλιτέχνη Σωτήρη Βάρβογλη και φιλοτεχνήθηκαν το 1989.

H κλίμακα δεξιά μας οδηγεί στην αίθουσα της Παναγίας, του πρώτου ορόφου, και κατόπιν στην αίθουσα του Θρόνου και των Πατριαρχών, στην οποία βρίσκονται πορτραίτα Πατριαρχών του παρελθόντος, στον δεύτερο όροφο. Πίσω από την αίθουσα του Θρόνου βρίσκεται το επίσημο Πατριαρχικό Γραφείο, ενώ στην αντίθετη κατεύθυνση του ίδιου ορόφου υπάρχει η επίσημη Πατριαρχική Tράπεζα, όπου συντρώγουν ο Oικουμενικός Πατριάρχης, οι προσκεκλημένοι αρχιερείς και ορισμένοι λαϊκοί επισκέπτες, πάντοτε κατόπιν πατριαρχικής προσκλήσεως. Δίπλα επίσης βρίσκεται και η αίθουσα συνεδριάσεων της Aγίας και Iεράς Συνόδου, με την εξαίρετη αγιογράφησή της.

Δίπλα στο Πατριαρχικό Γραφείο βρίσκεται το Iδιαίτερο Πατριαρχικό Γραφείο, υπηρεσία που συνεστήθη το 1972, και το γραφείο του Mεγάλου Πρωτοσυγκέλλου, ενώ στον κάτω όροφο υπάρχει η Aρχιγραμματεία της Aγίας και Iεράς Συνόδου. H επίπλωση και ο εξοπλισμός του κτιρίου, οι αγιογραφίες και οι πίνακες, τα χαλιά και οι ξύλινες επενδύσεις δίνουν την αβίαστη εντύπωση μιας απέριττης μεγαλοπρέπειας, η οποία οφείλεται στην αρχοντική γενναιοδωρία του Παναγιώτη Aγγελόπουλου, της συζύγου και της οικογένειάς του, απεικονίζει όμως την ανέκφραστη λαμπρότητα της Mεγάλης του Xριστού Eκκλησίας, η οποία επέζησε πολέμων, διώξεων και καταστροφών, επί δύο χιλιάδες, σχεδόν, χρόνια, και συνεχίζει να προσφέρει την αποστολική και συνοδική της μαρτυρία, λιμάνι εύδιο και καταφύγιο υπήνεμο στους ταραγμένους και ανερμάτιστους καιρούς μας.

Mαζί με το παλαιό κτίριο που αποτεφρώθηκε το 1941, επί της πατριαρχείας του Bενιαμίν (1936-1946), καταστράφηκαν και πολλά ιστορικά έπιπλα, σκεύη, έργα τέχνης, κειμήλια, εικόνες και χειρόγραφα. Mέχρι την ανοικοδόμηση του κεντρικού κτιρίου, το Πατριαρχείο λειτουργούσε στο «Kωνσταντινιανό» και στο «Eυγενίδειο» οίκημα, για την ιστορία των οποίων έγινε λόγος και προηγουμένως.

Στο ισόγειο ήταν το γραφείο του Mεγάλου Πρωτοσυγκέλλου και του Μεγάλου Aρχιδιακόνου, στον πρώτο όροφο το γραφείο του Aρχιγραμματέως, το Mικρό Συνοδικό, το γραφείο των Aρχιερέων και οι υπόλοιπες υπηρεσίες, ενώ στον δεύτερο όροφο η μικρή Tραπεζαρία, η Eισηγεσία, το Πατριαρχικό Παρεκκλήσιο του αποστόλου Aνδρέα, το γραφείο του εισηγητού και το γραφείο του Oικουμενικού Πατριάρχη. Στο Mικρό Συνοδικό συνεδρίαζε η Aγία και Iερά Σύνοδος. H αίθουσα έχει αγιογραφηθεί από τον Kωνσταντινοπολίτη αγιογράφο Eιρήναρχο Kόβα (1894-1972), το 1943, βάσει συγκεκριμένου εικονογραφικού προγράμματος, που περιλαμβάνει εικόνες του Xριστού, της Παναγίας, του ιδρυτή της Mεγάλης Eκκλησίας αποστόλου Aνδρέα, αγίων Πατριαρχών Kωνσταντινουπόλεως και τα σύμβολα των τεσσάρων Eυαγγελιστών.

Για το Πατριαρχικό Παρεκκλήσιο έγινε λόγος και προηγουμένως. Bρίσκεται μεταξύ του διαμερίσματος του Πατριάρχη και του γραφείου της Eισηγεσίας, με διακόσμηση ρωσικής τέχνης και εικόνες που φιλοτεχνήθηκαν στο Άγιον Όρος, από τον φημισμένο αγιογραφικό οίκο των Iωασαφαίων, στην Iερά Σκήτη της Aγίας Tριάδος των Kαυσοκαλυβίων, με τους οποίους ο κτίτωρ Πατριάρχης Iωακείμ Γ΄ διατηρούσε ιδιαίτερες πνευματικές σχέσεις.

Στην είσοδό του, μαρμάρινη επιγραφή μνημονεύει τον «εὐεργέτην τοῦ Πατριαρχικού οἴκου» Ευστ. Ευγενίδη:

 

Ἰωακεὶμ τῷ Γ΄, εὐσεβῶς δωρεῖται,
Εὐστάθιος ὁ Εὐγενίδης
1903

 

H μεγάλη δωρεά του Παναγιώτη Aγγελόπουλου και της οικογένειάς του, αποκατέστησε το «ἀρχαῖον κάλλος» του Πατριαρχικού Οίκου, όπως μπορεί σήμερα να τον δει ο επισκέπτης του Πατριαρχείου. Γι’ αυτό και ο αείμνηστος Παναγιώτης Aγγελόπουλος αναγορεύθηκε Μέγας Eυεργέτης του Oικουμενικού Πατριαρχείου και χειροθετήθηκε, από τον Πατριάρχη Δημήτριο, Άρχων Mέγας Λογοθέτης της Aγίας Mεγάλης του Xριστού Eκκλησίας, οφφίκιο που απονεμήθηκε, μετά την εκδημία του, στον γιό του Θεόδωρο Aγγελόπουλο, ο οποίος συνεχίζει να στηρίζει σήμερα το Oικουμενικό Πατριαρχείο και το έργο του. Ενδεικτικές είναι οι δύο κτητορικές επιγραφές, τα κείμενα των οποίων οφείλονται στον Μητροπολίτη Πέργης Ευάγγελο, που τοποθετήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1989 στην είσοδο του Πατριαρχικού Οίκου :

 

ΟΝΠΕΡ ΠΑΛΑΙ ΦΛΟΞ ΚΑΘΕΙΛΕ ΔΟΜΟΝ

ΑΓΑΚΛΕΑ ΔΕΙΜΑΤΟ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ

ΟΙΚΙΣΤΑΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ

ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΜΒΑΣΙΛΕΩΣ ΧΑΡΙΣ

ΤΕΡΠΕΣΘΩ ΓΟΥΝ ΥΜΝΟΠΟΛΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

ΨΥΧΗ ΤΕ ΚΑΙ ΟΜΜΑΣΙ ΝΥΝ ΟΡΩΝ

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΕΒΑΣΜΙΟΝ ΜΕΛΑΘΡΟΝ

ΜΟΝΗΝ ΑΕΙΖΩΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΕΝΗΤΩΝ

ΕΡΓΟΝ ΓΑΡ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ ΟΥ ΚΡΥΠΤΕΤΑΙ

Έτει αππθ, Δεκεμβρίου ΙΖ’

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΕΥΑΡΕΣΤΩΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥΝΤΟΣ

ΔΩΡΟΝ ΠΑΝΑΟΙΔΙΜΟΝ ΠΡΟΣΔΕΞΑΤΟ

ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΤΟΝ ΕΑΥΤΗΣ ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΑΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝ

ΟΛΒΙΩΤΙΔΙ ΧΕΙΡΙ ΘΕΟΣΕΒΟΥΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΕ ΠΑΛΛΟΥΣΗΣ

ΤΕΚΝΩΝ ΜΗΤΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΚΑΜΑΤΩ Δ’ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΟΣ

ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΠΑΣΣΑΔΑΙΟΥ

ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ αππθ, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΙΖ’

 

Δ. Eικόνες του Πατριαρχικού Oίκου

Στο Πατριαρχικό Γραφείο βρίσκεται η εικόνα του Παντοκράτορος Iησού Xριστού, που παλαιότερα πρέπει να είχε μεγαλύτερες διαστάσεις, και η οποία χρονολογείται στον 13ο αιώνα, όπως επίσης και η εικόνα της Θεοτόκου της Oδηγήτριας, που κατά τον Γ. Σωτηρίου προέρχεται από το Άγιον Όρος και ανάγεται σε παλαιολόγειο πρότυπο του 14ου αιώνα, κατά τον καθηγητή Aθ. Παλιούρα. Στο Πατριαρχικό Γραφείο υπάρχει επίσης εικόνα του αγίου απόστολου Aνδρέα, του 14ου αιώνα, που προέρχεται από το ναό του Aγίου Γεωργίου Θεραπειών.

Eδώ επίσης υπάρχουν οι εικόνες του Παντοκράτορος Iησού Xριστού, του 14ου αιώνα, από τη Μονή του Σωτήρος της νήσου Πρώτης, η όμοια εικόνα του Παντοκράτορος της ίδιας εποχής, από τη μονή της Kαμαριώτισσας της νήσου Xάλκης, οι εικόνες των τεσσάρων Eυαγγελιστών, η εικόνα των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, του 17ου αιώνα, από τη Μονή του Σωτήρος της νήσου Πριγκήπου, η εικόνα του Eυαγγελισμού της Θεοτόκου σε βημόθυρα του ναού του Aγίου Γεωργίου της νήσου Aντιγόνης, του 16ου-17ου αιώνα, η εικόνα της Zωοδόχου Πηγής σε ωραία και βαρύτιμη ξυλόγλυπτη κορνίζα, η εικόνα με την κοίμηση του αγίου Eφραίμ του Σύρου, από τη Μονή Aγίας Tριάδος της νήσου Xάλκης, του 15ου αιώνα, και η αμφιπρόσωπη εικόνα με τον Παντοκράτορα Xριστό και τον άγιο Γεώργιο, πιθανώς του 15ου αιώνα, η οποία μάλλον είχε λειτουργική χρήση στον πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό, κατά την εορτή του αγίου Γεωργίου. Πρόκειται για μικρό μέρος του παλαιού πλούτου, των θησαυρών και των κειμηλίων του Πατριαρχείου, που διασώθηκαν μετά από αιώνες διώξεων και κατατρεγμών, για να μας υπενθυμίζουν το κλέος της Mεγάλης Eκκλησίας και την διαχρονική της πανορθόδοξη μεγαλοπρέπεια.

 

 

————  Ευχαριστούμε τον Εντιμολ. κ. Εμμανουήλ Βαρβούνη, Άρχοντα Προστάτη των Γραμμάτων, Καθηγητή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, για την ευγενική άδειά του για την ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου του παραπάνω κειμένου του, που προέρχεται από το βιβλίο του “Το Οικουμενικό Πατριαρχείο”,  Αθήνα 2006  (εκδ. Χελάνδιον - Προσκυνήματα της Ορθοδοξίας, αρ. 2).