Ἐχρημάτισε τὸ πρότερον ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, ἀλλὰ τῷ 1110 ἐγκατεστάθη ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἵδρυσε τὴν Μονὴ Κοσμιδίου.
Ἦταν λόγιος ἱεράρχης καὶ ἔγραψε ἑρμηνευτικὴ «σειρὰ» εἰς τὸν Ἠσαΐα, Σύνταγμα κατὰ Λατίνων, ἰαμβικοὺς στίχους διὰ τὴν ἀποχώρησί του ἀπὸ τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Κύπρου.
Ἡ μόρφωσίς του καὶ ὁ ἀσκητικός του βίος ἐνετυπωσίασαν τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ Α´ Κομνηνό, ὁ ὁποῖος ἐνδιεφέρθη διὰ την προώθησί του εἰς τὸν Πατριαρχικὸ Θρόνο. Οὕτως τὸ 1147, προχειρίσθη Πατριάρχης Κωσταντινουπόλεως. Παρέμεινε δὲ εἰς τὸν οἰκουμενικὸν θρόνο ἕως τὸ 1151, ὁπότε παρῃτήθη καὶ ἀπεσύρθη εἰς τὴν μονή του.

