Ὁ Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος Γουΐννιπεγκ καί Μητροπολίτης Καναδᾶ κ. Ἱλαρίων (κατά κόσμον Roman Rydnyk), διά τάς ἐκεῖσε Οὐκρανικάς Ὀρθοδόξους Παροικίας, ἐγεννήθη εἰς L’viv Οὐκρανίας τῷ 1972, ἔνθα ἔλαβε τήν ἐγκύκλιον παιδείαν. Ἐσυνέχισε τάς σπουδάς αὐτοῦ ἀρχικῶς μέν εἰς τό Ἐκκλησιαστικόν Σεμινάριον τοῦ Κιέβου, κατόπιν δέ ὑποτροφίας τῆς Μητρός Ἐκκλησίας εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἐξ ἀνεδείχθη πτυχιοῦχος τῆς Ἱ. Ἐπιστήμης τῷ 1997. Ἀργότερον ἔλαβεν ἐκ τῆς αὐτῆς Σχολῆς δίπλωμα εἰδικεύσεως (master) εἰς τό Κανονικόν Δίκαιον. Τῷ 1997 ἐκάρη Μοναχός εἰς τήν Ἱ. Πατριαρχικήν καί Σταυροπηγιακήν Μονήν Βλατάδων, χειροτονηθείς κατά τό αὐτό ἔτος εἰς Διάκονον ὑπό τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Τυρολόης καί Σερεντίου κυροῦ Παντελεήμονος, Ἡγουμένου αὐτῆς, κατά δέ τῷ 2000 εἰς Πρεσβύτερον, ὑπό τοῦ αὐτοῦ Ἱεράρχου. Μετά διετίαν ἐκλήθη ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τάς ἀνάγκας τῆς νεοπαγείσης οὐκρανοφώνου Ἐνορίας Ἁγ. Παντελεήμονος, εἰς Porto Πορτογαλίας. Τῷ 2004 ἔλαβε τό ὀφφίκιον τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τῷ δέ 2005 ἐξελέγη ὑπό τῆς Ἁγ. καί Ἱ. Συνόδου Ἐπίσκοπος Τελμησσοῦ, ὡς Βοηθός παρά τῶ τότε Μητροπολίτῃ Ἱσπανίας καί Πορτογαλίας (κατόπιν ἀειμνήστῳ Βρυούλων) κυρῷ Ἐπιφανίῳ, παρ’ οὗ ἐχειροτονήθη εἰς τόν ἀρχιερατικόν βαθμόν. Τῷ 2008 ἐξελέγη Συνοδικῶς Ἐπαρχιοῦχος Ἐπίσκοπος Ἔντμοντον, διά τάς ἐν Καναδᾷ Οὐκρανικάς Ὀρθοδόξου Παροικίας, τάς ὁποίας διηκόνησε (2021-2022) καί ὡς Τοποτηρητής τοῦ Θρόνου τοῦ οἰκειοθελῶς παραιτηθέντος Μητροπολίτου Γεωργίου Kalistchuk. Τῷ 2022 ἐξελέγη ὑπό τῆς Ἁγ. καί Ἱ. Συνόδου Ἀρχιεπίσκοπος Γουΐννιπεγκ καί Μητροπολίτης Καναδᾶ.
Ὀνομαστήρια: 21 Ὀκτωβρίου (παλαιόν ἡμερολόγιον).

