
***
Παναγιώτατε,
Σεβασμιώτατοι καί Θεοφιλέστατοι Ἱεράρχαι,
Ἐντιμολογιώτατε Πρόεδρε τῆς Ἐπιτροπῆς Παναγίας Παραμυθίας Βλαχσαράϊ,
Σεβαστοί Πατέρες,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Sayın Konuklarımız,
Ἐκλεκτοί παρόντες,
Χρόνια πολλά καί εὐλογημένα!
Mutlu senelere!
Εὐχαριστῶ, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Προέδρου της, τήν Ἐπιτροπή Παναγίας Παραμυθίας Βλαχσαράϊ γιά τήν τιμητική πρόσκληση νά εἶμαι ὁ ὁμιλητής στήν ἑόρτια αὐτή ἐκδήλωση. Ὁ κύριος Βίγκας μοῦ πρότεινε ὡς θέμα ἕνα ἀπολογισμό τῶν ἑορτασμῶν τῆς μεγάλης ἐπετείου τῆς συμπληρώσεως 1700 ἐτῶν ἀπό τή σύγκληση τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέ ἔμφαση στή συμβολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Κατά σύμπτωση, αὐτήν τή θεματική ἔχω ἐπιλέξει γιά τήν εἰσήγησή μου στή συνάντηση διαλόγου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τήν Εὐαγγελική Ἐκκλησία τῆς Γερμανίας, γεγονός πού ἀναδεικνύει μέ τό δικό του τρόπο πόσο ζῶσα καί ἐπίκαιρη παραμένει ἡ Νίκαια καί σήμερα.
Ὁ κύκλος τῶν ἐπετειακῶν ἐκδηλώσεων ἄνοιξε γιά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἤδη τόν Δεκέμβριο τοῦ 2022 μέ τό Διεθνές Συνέδριο στήν Πόλη μας, μέ τίτλο «Πιστεύομεν. Τά περί τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας καί τοῦ Συμβόλου της». Στήν ἐναρκτήρια ὁμιλία Του, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης ὑπενθύμισε ὅτι ἡ ἀναφορά στήν Α’ Σύνοδο τῆς Νικαίας ζωντανεύει τή μνήμη τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, τῶν κοινῶν χριστιανικῶν ἀρχετύπων, τῆς πιστότητος στήν Ἀποστολική Παράδοση, καί τοῦ ἀεί ἐπικαίρου ἀγῶνος κατά τῶν διαστρεβλώσεων τῆς πίστεως. Τό μήνυμα ἦταν σαφές: ἡ Νίκαια δέν ἀνήκει στήν ἱστορία μόνον ὡς μνημεῖο τοῦ παρελθόντος, ἀλλά λειτουργεῖ ὡς πρόσκληση στροφῆς στά οὐσιώδη τῆς ταυτότητός μας.
Ἀνάμεσα στίς πολυάριθμες ἐπετειακές δράσεις, ἀξίζει νά μνημονεύσουμε τήν ἀφιέρωση τῆς Ἐπετηρίδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ ἔτους 2025 στήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, καθώς καί τήν «Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιο Ἐπιστολή» γιά τόν ἑορτασμό τῆς 1700ῆς ἐπετείου. Παράλληλα, ὁ Παναγιώτατος ἀπέστειλε μηνύματα καί χαιρετισμούς σέ πλῆθος συνεδρίων καί ἐκδηλώσεων, καί, στίς ἱεραποδημίες Του καί τίς ἐπισκέψεις Του σέ ἄλλες Ἐκκλησίες, ἔθετε συστηματικά τή Νίκαια στό κέντρο τῆς σύγχρονης ἐκκλησιαστικῆς μαρτυρίας.
Ἐνδεικτικῶς, τόν περασμένο Ἰούνιο, κατόπιν προσκλήσεως τῶν Ἀρχιεπισκόπων Καντουαρίας καί Ὑόρκης, ὁ Παναγιώτατος μετέβη στό Chichester τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καί ἐκφώνησε τήν κεντρική ὁμιλία στό 37ο συνέδριο τῆς Ἑταιρείας Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, ἀφιερωμένο στή Νίκαια καί τήν ἐπικαιρότητά της. Ἐκεῖ ἔδωσε ἰδιαίτερη ἔμφαση στό κανονικό ἔργο τῆς Συνόδου, σημειώνοντας ὅτι ὅπως τό Σύμβολο τῆς Πίστεως εἶναι ὁ κορμός τῆς δογματικῆς διδασκαλίας, ἔτσι καί τό σῶμα τῶν εἴκοσι κανόνων τῆς Νικαίας ἀποτελεῖ θεμέλιο τοῦ κανονικοῦ οἰκοδομήματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐδῶ ἔχει νόημα νά θυμηθοῦμε καί ἕνα στοιχεῖο τῆς συλλογικῆς μας ταυτότητας καί μνήμης: τό Συναξάριο τῆς ἑορτῆς τῶν 318 Ἁγίων Πατέρων μᾶς λέγει ὅτι, μετά τή Σύνοδο, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μετεκάλεσε τούς Πατέρες στήν ἤδη ἀνοικοδομηθεῖσα Κωνσταντινούπολη· καί ἐκεῖνοι, διελθόντες καί θεωρηθήσαντες ὅτι αὐτή ἀξίζει νά εἶναι ἡ Βασιλεύουσα τῶν Πόλεων, εὐξάμενοι, τήν ἀφιέρωσαν τῇ Μητρί τοῦ Λόγου. Ἡ διέλευσή τους ἀπό τήν «Θεοτοκούπολιν» ἐπισφράγισε, τρόπον τινά προφητικῶς, τήν κεντρική θέση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στήν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τήν ἀποστολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς διαχρονικοῦ ἐγγυητοῦ τῶν θεσπισμάτων τῆς Νικαίας.
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, ἔπαιξε κεντρικό ρόλο καί στήν ὀργάνωση τῶν προσφάτων ἑορτασμῶν. Τό ἴδιο πνεῦμα εἶχε ἐκφρασθεῖ ἤδη τό 1925, μέ τήν Ἐγκύκλιο γιά τήν 1600ή ἐπέτειο τῆς «πρώτης τῶν Οἰκουμενικῶν καί μεγίστης Συνόδου». Καί ὅταν τότε, λόγῳ ἐκτάκτων περιστάσεων καί χηρείας τοῦ Θρόνου, δέν κατέστη δυνατός ὁ πανηγυρικός πανορθόδοξος ἑορτασμός ὑπό τήν μέριμναν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τελέσθηκε ἀμέσως μετά τήν ἐνθρόνιση τοῦ Πατριάρχου Βασιλείου Γ’ ἰδιαίτερη Πατριαρχική καί Συνοδική Λειτουργία, μέ ἰσχυρή τήν ἐκκλησιολογική συνείδηση καί βεβαιότητα ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη ἔχει «ἀμεσωτέραν σχέσιν καί τήν ὀφειλήν πρός τήν ἑορτήν ταύτην».
Κορωνίδα τῶν ἐκδηλώσεων γιά τήν 1700ή ἐπέτειο τῆς Συνόδου κατά τό ἔτος 2025 ὑπῆρξεν ἡ προσκυνηματική ἐπίσκεψη στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας μέ τόν Ἀγιώτατο Πάπα Ρώμης Λέοντα ΙΔ’, τόν Μακαριώτατο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόδωρο, ἐκπροσώπους τῶν δύο Παλαιφάτων Πατριαρχείων Ἀντιοχείας καί Ἰεροσολύμων, μέ Πατριάρχες Προχαλκηδονίων Ἐκκλησιῶν, ἐκπροσώπους χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν καί Οἰκουμενικῶν Ὀργανισμῶν, καθώς καί ἡ κοινή δέησις στόν χῶρο ὅπου συνῆλθεν ἡ Σύνοδος. Πέραν αὐτοῦ τοῦ μοναδικοῦ γεγονότος, ἰδιαίτερη ἀξία γιά τήν πορεία τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων ἔχει ἡ ἐπίσημη ἐπίσκεψη τοῦ νέου Πάπα Ρώμης στήν ἱστορική Καθέδρα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας κατά τή Θρονική της Ἑορτή, ἡ παρουσία Του κατά τήν Πατριαρχική καί Συνοδική Θεία Λειτουργία στόν Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό καί ἡ ὑπογραφή, μετά τήν Δοξολογία τῆς ἐπισήμου ὑποδοχῆς του ἐν Φαναρίῳ, βαρυσήμαντης «Κοινῆς Διακηρύξεως». Ἡ Διακήρυξη αὐτή περιλαμβάνει δύο ἐκτενεῖς παραγράφους γιά τή σημασία τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου γιά τόν διαχριστιανικό διάλογο, γιά τήν πορεία πρός τήν ἑνότητα, γιά τήν κοινή χριστιανική μαρτυρία περί τῆ ἐν Χριστῷ σωτηρίας σήμερα, καθώς καί γιά τό θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα.
Καθ᾿ ὅλη τή διάρκεια τῆς προετοιμασίας καί τῶν ἐπισήμων ἑορτασμῶν τῆς Ἐπετείου, καθοριστική ὑπῆρξεν ἡ συμβολή τοῦ Παναγιωτάτου. Τό συνεχές ἐνδιαφέρον του γιά τήν ὅλη διοργάνωση, οἱ παρεμβάσεις του, οἱ ὁμιλίες καί τά μηνύματα σέ ἀντίστοιχες ἐκδηλώσεις, ὑπῆρξαν ἀξονικῆς σημασίας γιά τήν ὄντως μεγάλη ἐπιτυχία τοῦ ὅλου ἐγχειρήματος. Χωρίς τήν πρωτοβουλία Του, τήν ἐπιμονή καί τό κῦρος τῆς προσωπικότητός Του, εἶναι ἀδύνατον νά φαντασθοῦμε τήν ὀργάνωση τῆς προσκυνηματικῆς ἐπίσκεψης καί τῆς οἰκουμενικῆς τελετῆς στή Νίκαια, οὔτε καί τήν ἐπίσημη ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Λέοντος στό Φανάρι.
Ἐντυπωσιακές ὑπῆρξαν οἱ προσφωνήσεις τοῦ Παναγιωτάτου στή Νίκαια, στή Δοξολογία τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Πάπα, καί ἡ ὁμιλία Του κατά τή Θρονική Ἑορτή. Στή Νίκαια ἀνέδειξε τό παράδοξο τῆς χριστιανικῆς «νίκης»: ὄχι δύναμη καί ἐπιβολή, ἀλλά ὁ σταυρός· καί ὅτι ἡ Ἀποστολική πίστις, ἡ ἐκφρασθεῖσα ἐν Νικαίᾳ, εἶναι ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον. Κατά τή Θρονική Ἑορτή στό Φανάρι, ὑπενθύμισε ὅτι ἡ Νίκαια παραμένει θεμέλιο τῆς πορείας πρός τήν ἐνότητα: τό Σύμβολο, οἱ Κανόνες καί ἰδίως ἡ παρακαταθήκη περί κοινοῦ κριτηρίου γιά τόν ὁρισμό τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα ἀνήκουν σέ ὅλον τόν χριστιανικό κόσμο.
Εἶναι ὄντως ἐντυπωσιακό τό γεγονός ὅτι, 1700 χρόνια μετά, ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε σταθμό στή διαμόρφωση τῆς δογματικῆς ταυτότητος καί τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, συνεχίζει νά λειτουργεῖ ὡς ἔμπνευση, ὤθηση καί ἐνίσχυση γιά τίς Ἐκκλησίες καί τίς χριστιανικές Ὁμολογίες στήν πορεία πρός τήν ἑνότητα.
Σέ αὐτό τό πλαίσιο ἐπιθυμῶ νά ἀναφερθῶ, ξεκινῶντας ἀπό τήν τομή τήν ὁποία σηματοδοτεῖ ἡ Νίκαια στά θέματα αὐτά α) στή συνοδικότητα, ἡ ὁποία διαδραματίζει σήμερα σημαντικό ρόλο καί στό διαχριστιανικό τοπίο, β) στόν ρόλο τῆς θεολογίας, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καθοριστικός γιά τή διαμόρφωση τοῦ Συμβόλου «Πιστεύομεν» καί γ) στόν «ἐκκλησιαστικό», ὄχι «αὐτοκρατορικό» χαρακτῆρα τῆς Συνόδου.
α) Ἡ συνοδικότητα ἀποτελεῖ οὐσιαστική διάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, «μόνιμον λειτουργίαν» τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεολογία ὁμιλεῖ περί «ἀρχεγόνου», περί «ὀντολογικῆς» συνοδικότητος στήν Ἐκκλησία. Στή Νίκαια, βεβαίως, ἐμφανίζεται γιά πρώτη φορά μιά εἰδική συνοδική πραγματικότητα καί δομή, αὐτή τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία θά ἀποτελεῖ ἔκτοτε κορυφαία στιγμή τῆς συνοδικῆς ζωῆς. Εἶναι ἀξιοσημείωτο τό γεγονός ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν δίνει τόσο μεγάλη σημασία σέ ἕνα τακτικό καί μόνιμο θεσμό, ἀλλά, στήν πραγματικότητα, σέ ἕνα «ἔκτακτο γεγονός» στή ζωή καί τήν ἱστορία της. Ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ὡς μία ad hoc ἀπάντηση σέ σοβαρές ἀπειλές γιά τή ζωή καί τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι περισσότερο ἕνα «χαρισματικό γεγονός», γιά τό ὁποῖο ἀκόμη καί ὁ χαρακτηρισμός ὡς «οἰκουμενικό» εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἀδύνατον.
Ἡ ἀρχή τῆς πρόσληψης τῶν ἀποφάσεων μίας Μεγάλης Συνόδου εἶναι μέρος τῆς ὅλης συνοδικῆς διαδικασίας, τρόπον τινά, μία «σύνοδος μετά τή Σύνοδο». Ἡ οἰκουμενικότητα μιᾶς Συνόδου καθορίζεται ἀπό τήν πρόσληψή της, δηλαδή σέ μιά ζωντανή διαδικασία, σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, στή λατρεία, στήν κατήχηση, στήν ποιμαντική διακονία, καθώς καί μέ τίς θεολογικές συζητήσεις, οἱ ὁποῖες διακρινίζουν τή σημασία ὅσων διατυπώθηκαν στήν προηγούμενη Σύνοδο. Τολμῶ νά πῶ ὅτι καί ὅλες οἱ συζητήσεις γιά τή Σύνοδο τῆς Νικαίας στό πλαίσιο τῆς μεγάλης ἐπετείου τῶν 1700 ἐτῶν ἀπό τήν σύγκλησή της, ἀποτελοῦν, τρόπον τινά, συνέχιση τῆς διαδικασίας πρόσληψης, ἐπιβεβαίωσης, ἀνανέωσης καί ἐπικαιροποίησης τῶν μηνυμάτων της. Ὄλα αὐτά δέν σημαίνουν βέβαια ὅτι μία Σύνοδος καθίσταται οἰκουμενική μέ τήν πρόσληψή της, ἀλλά ὅτι τελικά ἀναγνωρίζεται ὡς τέτοια.
Τελικά, προϋπόθεση γιά τήν ἀναγνώριση μιᾶς Μεγάλης Συνόδου ὡς «οἰκουμενικῆς» εἶναι νά ἐκφράζει τήν αὐθεντική πίστη τῆς Ἐκκλησίας, τή ζωντανἠ Τριαδική καί Εὐχαριστιακή ἐμπειρία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καί τό Σύμβολο τῆς Νικαίας ἦταν βεβαίωση καί ἀνακεφαλαίωση τῆς βιουμένης καί φυλασσόμενης ἀπό τίς κατά τόπους Ἐκκλησίες Ἀποστολικῆς Παράδοσης. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, οἱ Συνοδικοί Πατέρες τῆς Νικαίας «περί τῆς πίστεως ἔγραψαν οὐκ ῾Ἔδοξεν᾽, ἀλλ᾿ ῾οὕτως πιστεύει ἡ Καθολική Ἐκκλησία᾽ καί εὐθύς ὡμολόγησαν, πῶς πιστεύουσιν, ἵνα δείξωσιν, ὅτι μή νεώτερον, ἀλλ᾿ ἀποστολικόν έστιν αὐτῶν τό φρόνημα, καί ἅ ἔγραψαν, οὐκ ἐξ αὐτῶν εὑρέθη, ἀλλά ταῦτ᾿ ἐστίν, ἅπερ ἐδίδαξαν οἱ ἀπόστολοι». (Περί Συνόδου, 5, PG 26, 688).
β) Ἀντιπροσωπευτικό γιά τό πνεῦμα τῶν Πατέρων τῆς Νικαίας εἶναι τό γεγονός ὅτι, παρ᾿ ὅλο πού στόν Ἄρειο, ὅπως ἔχει γραφῆ, «ὁ Θεός τῶν φιλοσόφων ἐκτόπισε τόν ζῶντα Θεό τῆς ἱστορίας», καί ὅτι «ἡ θεολογία τοῦ Ἀρείου ἀποτελεῖ ἕνα ὀξύ ἐξελληνισμό τοῦ Χριστιανισμοῦ» (W. Kasper, Jesus der Christus, Grünewald Verlag, Mainz 1974, σ. 208), ἡ Σύνοδος εἰσήγαγε τόν φιλοσοφικό ὅρο «οὐσία» (καί τό «ὁμοούσιον») στό Σύμβολο, χωρίς φόβο ὅτι μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐγκλωβίζεται τό χριστιανικό δόγμα σέ ἑλληνιστικά νοητικά σχήματα.
Ὁ Ἄρειος μέ τήν αἱρετική διδασκαλία του ἔπληττε οὐσιαστικά τόσο τό Τριαδικό, ὅσο καί τό Χριστολογικό δόγμα. Ὁ Χριστός δέν ἦταν κατά τόν Ἄρειο οὔτε τέλειος Θεός οὔτε τέλειος ἄνθρωπος, γιά νά μπορεῖ νά ἐπιτελέσει τό σωτηριῶδες ἔργο του. Μέ τήν ἔννοια αὐτή, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ Ἀρείου ἦταν ἀνέφικτη ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου (βλ. Γ. Μαρτζέλου, «Ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος», Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2025, σ. 7-9).
Ἀνεξάρτητα ἀπό ποιός ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητής τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ὅρου «ὁμοούσιος» στό Σύμβολο, καί μόνον ἡ χρήση ἀπό τούς Πατέρες τῆς Νικαίας γιά τή διατύπωση τοῦ χριστιανικοῦ δόγματος, σέ μία κρίσιμη συγκυρία, ἑνός ὅρου, ὁ ὁποῖος εἶχε αἱρετική καί ἔντονα φιλοσοφική χροιά, ἀφοῦ χρησιμοποιήθηκε ἀπό τόν Παῦλο Σαμοσατέα καί τόν Σαβέλλιο στή συνάφεια τῆς μοναρχιανικῆς διδασκαλίας τους, ἀλλά καί ἀπό τούς Νεοπλατωνικούς, τόν Πλωτῖνο καί τόν Πορφύριο, στή θεωρία τῆς «ἀπορροῆς», διά τῆς ὁποίας προῆλθαν ἀναγκαστικά οἱ ἄλλες ὀντολογικές βαθμίδες, δείχνει τή θεολογική ἐνάργεια καί τον δυναμισμό τῶν Συνοδικῶν Πατέρων.
Ἡ θεολογία ἀναδείχθηκε στή Σύνοδο τῆς Νικαίας ὁ σιδηροῦς βραχίων τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι σέ μία μεγάλη δομικασία γιά τή χριστιανική πίστη. Τά πάντα στήν ἐκκλησιαστική ζωή χρῄζουν θεολογικῆς θεμελίωσης. Δέν τολμῶ νά σκεφθῷ ποιά θά ἦταν ἡ πορεία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἄν ἡ θεολογία δέν «ἔσωζε», κυριολεκτικά, τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν ἐπίθεση τῶν αἱρέσεων.
γ) Τό τελευταῖο μέρος τῆς ὁμιλίας μου εἶναι ἀφιερωμένο στό ἐρώτημα, ἄν τό γεγονός ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας συνεκλήθη ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Μέγα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος «ἀπανταχόθεν τῆς οἰκουμένης, δημοσίοις ὀχήμασι, τούς παρόντας Πατέρας συνήγαγεν ἐν Νικαίᾳ» (Συναξάριον Κυριακῆς Ἁγίων Πατέρων), ὅτι παρηκολούθησε τίς ἐργασίες της, διευκόλυνε τίς συζητήσεις μεταξύ τῶν Συνοδικῶν Πατέρων ἤ καί ὅτι περιέβαλε τά ἀναθέματά της μέ τό κῦρος κρατικοῦ νόμου, μειώνει, ἤ ἀκυρώνει τόν ἐκκλησιαστικό χαρακτῆρα τῆς Συνόδου καί τήν καθιστᾷ μία «αὐτοκρατορική σύνοδο». Ἡ ἀπάντηση στό έρώτημα αὐτό εἶναι ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος ὑπῆρξε ἀναμφισβήτητα ἕνα «ἐκκλησιαστικό γεγονός» καί ὅτι ὡς τοιοῦτο εἶναι καταγεγραμμένο στή συνείδηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ὅσα πάντως ἀκολούθησαν μετά τή Σύνοδο τῆς Νίκαιας, σέ μία περίοδο, πού χαρακτηρίστηκε ὡς μία ἀπό «τίς πιό σκοτεινές καί γεμάτες συγχύσεις περιόδους» τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας (W. Kasper, Jesus der Christus, σ. 210), κατά τήν ὁποία, πρωτίστως οἱ διάδοχοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὄχι μόνον δέν στήριξαν τόν ὅρο τῆς Νίκαιας, ἀλλά συνετάγησαν μέ τόν Νεοαρειανισμό, ὅλα αὐτά ἐπιβεβαιώνουν ὅτι χωρίς τή συμβολή τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καί τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη συνεχιστής τῶν ὑπέρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἀγώνων τοῦ πρώτου, καθώς καί χωρίς τήν καταλυτική θεολογική μαρτυρία τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τό μεγάλο ἐπίτευγμα τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας θά εἶχε ἀμαυρωθεῖ στό ὄνομα πολιτικῶν σκοπιμοτήτων.
Ἰδιαιτέρως χαρακτηριστική καί ἀντιπροσωπευτική γιά τήν πορεία τῶν γεγονότων μετά τή Σύνοδο τῆς Νίκαιας εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Ὁσίου Κορδούης, ἑνός ἐκ τῶν πρωταγωνιστῶν τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, συμβούλου τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος πρότεινε τή συμμετοχή ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως στήν Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ἀνατολῆς κατά τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Τό ὄνομά του μνημονεύεται ἐπίσης ἀναφορικά πρός τήν εἰσαγωγή τοῦ ὅρου ὁμοούσιος στό Σύμβολο. Ὁ εὐκλεής αὐτός ἐκκλησιαστικός ἄνδρας καί ὁμολογητής, πού λίγο πρίν τό τέλος τοῦ μακροῦ βίου του, ἔμελλε νά δεχθεῖ τίς πιέσεις τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίου γιά νά καταδικάσει τόν Ἀθανάσιο, ἔστειλε μία ἔξοχη ἐπιστολή στόν Αὐτοκράτορα Κωνστάντιο, ἡ ὁποία μπορεῖ κατά τήν γνώμη μου νά χαρακτηρισθεῖ ὡς «ἐκκλησιαστική διακήρυξη» τῆς συναλληλίας κράτους καί Ἐκκλησίας, ἐπί τῇ βάσει τοῦ διαχωρισμοῦ τῆς εὐθύνης τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί πολιτικῶν πραγμάτων. Διαβάζουμε στήν ἐπιστολή αὐτή, τήν ὁποία διέσωσε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: «…Μή τίθει σεαυτόν εἰς τά ἐκκλησιαστικά, μηδέ σύ περί τούτων ἡμῖν παρακελεύου, ἀλλά μᾶλλον παρ᾿ ἡμῶν σύ μάνθανε ταῦτα. Σοί βασιλείαν ὁ Θεός ἐνεχείρισεν, ἡμῖν τά τῆς Ἐκκλησίας ἐπίστευσε. Καί ὥσπερ ὁ τήν σήν ἀρχήν ὑποκλέπτων ἀντιλέγει τῷ διαταξαμένῳ Θεῷ, οὕτω φοβήθητι, μή καί σύ, τά τῆς Ἐκκλησίας εἰς ἑαυτόν ἕλκων, ὑπεύθυνος ἐγκλήματι μεγάλῳ γένῃ. ῾Ἀπόδοτε᾽, γέγραπται, ῾τά καίσαρος καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ᾽. Οὔτε τοίνυν ἡμῖν ἄρχειν ἐπί τῆς γῆς ἔξεστιν, οὔτε σύ τοῦ θυμιᾶν ἐξουσίαν ἔχεις, βασιλεῦ…» (Ἐπιστολή πρός Κωνστάντιον (356), στό ἔργο: Μ. Ἀθανασίου, Περί τῶν γεγενημένων παρ᾿ Ἀρειανῶν, PG 25, 744-748). Δυστυχῶς, ὁ Κωνστάντιος δέν συνετίστηκε. Ἔσυρε τόν Ὅσιο Κορδούης στή Σύνοδο τοῦ Σιρμίου (357), ὅπου ὁ γέρων ἐπίσκοπος ἀναγκάστηκε νά ὑπογράψει τό ἀρειανικό Σύμβολο αὐτῆς τῆς Συνόδου. Ὑπέγραψε ἐπίσης ὁ Ρώμης Λιβέριος, γιά νά τοῦ ἐπιτραπεῖ νά ἐπανέλθει στόν Θρόνο του. Λίγο μετά τήν ἐπιστροφή του στήν ἐπισκοπή του, ὁ Ὅσιος Κορδούης ἀπέθανε (357-8), μᾶλλον μετανοημέος γιά τήν πράξη του αὐτή. Ἀπό τήν Ἐκκλησία τιμᾶται ὡς Ἅγιος.
Ἡ ἀνάγκη σαφοῦς διάκρισης μεταξύ πολιτικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας φαίνεται ὅτι δέν συνειδητοποιήθηκε στήν πορεία τῶν πραγμάτων ὡς δεῖ ἑκατέρωθεν. Σήμερα τό θέμα ἐπανέρχεται δυναμικά, καί τό ζητούμενο καί συζητούμενο εἶναι μία «νέα συναλληλία» μεταξύ τοῦ κοσμικοῦ κράτους καί τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐκλεκτή ὁμήγυρις,
Ἡ μεγάλη ἐπέτειος τῆς Νικαίας μᾶς ὑπενθύμισε τό κέντρο τῆς πίστεώς μας: τόν Ἐνανθρωπήσαντα γιά τή σωτηρία μας, τόν «ὁμοούσιον τῷ Πατρί» Θεόν Λόγον. Καί μᾶς ἀπεκάλυψε ξανά ὅτι τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι «ἀρχαιολογικοί θησαυροί», ἀλλά ζῶσα μαρτυρία γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο. Χρειαζόμαστε ἐρμηνεία τῶν δογμάτων «μέ ὑπαρξιακούς ὅρους», κατανόησή τους ὡς μαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας στήν ἐποχή μας. Ὅπως ἔγραφε ὁ μεγάλος Θεολόγος, μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, «Δέν ὑπάρχει δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας πού νά μήν ἔχει κάτι νά πεῖ γιά τά πραγματικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου» (βλ. Ἰ. Ζηζιούλα, Μητροπολίτου Περγάμου, «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Τρίτη χιλιετία», στό ἔργο: Στ. Φωτίου (ἐπιμ.), Ἡ ὑποδοχή τοῦ ἄλλου, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2009, σ. 101-123, ἐδῶ σ. 121).
Στό πλαίσιο αὐτό καλούμαστε νά προβάλουμε τό δόγμα τῆς Νικαίας, νά ἀναδείξουμε τίς ἀνθρωπολογικές συνέπειες τοῦ «ὁμοουσίου» καί τῆς ἄρρηκτης σύνδεσης Τριαδολογίας, Χριστολογίας καί ἀνθρωπολογίας ὡς ἀπάντηση στήν ἀξιακή σύγχυση τῆς ἐποχῆς μας. Φυσικά, μία τέτοια θεώρηση τῶν δογμάτων ἀπαιτεῖ, πέρα ἀπό τήν προσωπική μετοχή στό ἐκκλησιαστικό γεγονός, συστηματική θεολογική ἐργασία, ἀλλά καί εὐαισθησία καί στοργή γιά τόν ἄνθρωπο, τά παθήματά του καί τίς περιπέτειες τῆς ἐλευθερίας του.
Κλείνω τήν ὁμιλία μου ὑπογραμμίζοντας ἀκόμη μία φορά τήν ἀξία τῆς θεολογίας ὡς ἀνάδειξης τοῦ σωτηριολογικοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως μας. Αὐτό τό συνειδητοποιοῦσε ἡ Ἐκκλησία κυρίως, ὅταν βρισκόταν ἀντιμέτωπη μέ τήν πρόκληση τῶν αἱρέσεων καί ὄχι μόνον. Τό ζοῦμε καί σήμερα, πού ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά ἀναμετρηθεῖ δημιουργικά μέ τά σημεῖα τῶν καιρῶν, χωρίς ὅμως ἄκαιρους συμβιβασμούς. «Ἡ θεολογία ὡς σιδηροῦς βραχίων τῆς Ἐκκλησίας»: Αὐτή εἶναι ἡ παρακαταθήκη τῆς Θεολογίας τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, αὐτό εἶναι τό «Πνεῦμα τῆς Νικαίας».
Εὐχαριστῶ γιά τήν προσοχή καί τήν ὑπομονή σας!
__________
Φωτό: Νίκος Παπαχρήστου









