
***
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι,
Ἐλλογιμώτατοι καθηγηταί,
Ἐκλεκτοί σύνεδροι,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Μέ πολλή χαρά σᾶς καλωσορίζουμε καί ἐφέτος στό Κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, στή φιλόξενη Μαράσλειο Σχολή καί στό 5ο Διεθνές Συνέδριο Eco-Εὖ ζῆν, μέ τό λίαν ἐνδιαφέρον θέμα «Ἀποφάσεις γιά τό τέλος τῆς ζωῆς», πού θέσαμε εὐχαρίστως ὑπό τήν αἰγίδα μας. Συγχαίρουμε τά μέλη τῆς Ἐπιστημονικῆς καί τῆς Ὀργανωτικῆς Ἐπιτροπῆς, τή Γραμματεία καί ὅλους ὅσοι συνέβαλαν στήν προετοιμασία αὐτῆς τῆς ὡραίας ἐκδήλωσης. Βέβαιοι γιά τήν ἐπιτυχία τοῦ Συνεδρίου εὐχαριστοῦμε ἐκ τῶν προτέρων τούς εἰσηγητές καί ὅλους ἐσᾶς τούς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καί τούς ἐκ τῆς Πόλεως γιά τήν παρουσία σας.
Ἐπί πλέον, ἐκφράζουμε τήν εὐαρέσκειά μας πρός τούς καθηγητές κυρίους Μιλτιάδη Βάντσο καί Εὐάγγελο Πρωτοπαπαδάκη γιά τήν ἐπιμέλεια τοῦ ἐντυπωσιακοῦ τόμου μέ τίτλο «Τό Κοινωνικό Ἦθος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Μιά φιλοσοφική καί θεολογική ἀνάγνωση τοῦ Ὑπέρ τῆς τοῦ Κόσμου Ζωῆς», πού μόλις κυκλοφόρησε.
Χαιρόμαστε ἐπίσης γιά τήν ἔκδοση τῶν Πρακτικῶν τοῦ περυσινοῦ 4ου Διεθνοῦς Συνεδρίου ἐδῶ στή Μαράσλειο, μέ θέμα «Τεχνητή νοημοσύνη, Τεχνοηθική καί Νέοι» καί ἐκφράζουμε τόν δίκαιο ἔπαινο πρός τούς μοχθήσαντας.
Τό Συνέδριό μας ἀσχολεῖται μέ παρόμοια θεματική μέ ἐκείνη τοῦ 3ου Συνεδρίου τῆς Ἐπιτροπῆς Βιοηθικῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού ὀργανώθηκε στήν Κρήτη μεταξύ 24ης καί 26ης παρελθόντος Ὀκτωβρίου, ὅπου συμμετεῖχαν ὡς εἰσηγητές οἱ καθηγηταί π. Φιλόθεος Μαρούδας, Κωνσταντῖνος Δεληκωσταντῆς, Κωνσταντῖνος Κορναράκης καί Μιλτιάδης Βάντσος, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁμιλητές καί στήν παροῦσα ἐκδήλωσή μας.
Στά Πορίσματα τοῦ Συνεδρίου τῆς Κρήτης τονίσθηκε ὅτι «ἡ εὐθανασία εἶναι ἕνα ἀπό τά πιό λεπτά καί σύνθετα σύγχρονα ζητήματα πού καλοῦνται νά ἀντιμετωπίσουν οἱ κοινωνίες μας». Οἱ θέσεις τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Θεολογίας στό θέμα αὐτό «ὀφείλουν νά διατυπώνονται πάντοτε μέ ποιμαντική εὐαισθησία καί ὄχι μέ γενικεύσεις καί νομικιστικό πνεῦμα». Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ πρόσκληση πρός ὅλους τούς πιστούς «νά ἐνδιαφερθοῦν γιά τούς ἀνθρώπους τελικοῦ σταδίου», καθώς καί ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ Ἐκκλησία «ἐνθαρρύνει τή δημιουργία Κέντρων ἀνακουφιστικῆς φροντίδας, καί παράλληλα, προτρέπει τόν καθένα ἀπό ἐμᾶς νά προσφέρει χρόνο καί ἐνέργεια γιά τή φροντίδα τῶν ἀσθενῶν στό σπίτι τους. Μέ τόν τρόπο αὐτό οἱ ἀσθενεῖς ἐντάσσονται σέ ἕνα περιβάλλον ἀλληλεγγύης, νιώθουν ἀγαπητοί, ἀποδεκτοί καί πολύτιμοι, ἐνῷ διανύουν μέ αἰσθήματα σιγουριᾶς καί ἀσφάλειας τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς τους».
Εὐχαριστοῦμε, καί ἀπό τό βῆμα αὐτό, τόν Πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπῆς Βιοηθικῆς τοῦ Πατριαρχείου μας, Ἀρχιεπίσκοπο Αὐστραλίας Μακάριο, τά λοιπά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καί ὅλους ἐκείνους πού συνέβαλαν μέ τίς εἰσηγήσεις, τήν παρουσία καί τήν προσφορά τους στήν ὀργάνωση, στήν ἐπιτυχία τοῦ Συνεδρίου αὐτοῦ.
Στό κείμενο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς», οἱ παράγραφοι 30 καί 31 εἶναι ἀφιερωμένες στό θέμα τοῦ γήρατος, τοῦ θανάτου καί τῆς εὐθανασίας. Ὀρθῶς, τονίζεται ἡ εὐθύνη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἐνώπιον τοῦ δεδομένου ὅτι οἱ ἄνθρωποι «καθώς γερνοῦν, βαθμιαία καθίστανται εὐάλωτοι στήν ἀσθένεια καί στήν ἀναπηρία», πρόκληση ἡ ὁποία μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς «εὐκαιρία γιά ἐμβάθυνση τῆς ταπείνωσης καί γιά μεγάλωμα τῆς πίστης, τόσο γιά ἐκείνους πού γερνοῦν, ὅσο καί γι᾿ αὐτούς πού τούς φροντίζουν» (§ 30). Ὀρθῶς δέ ὑπογραμμίζεται ὅτι, σύμφωνα πρός τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, «δέν ὑπάρχουν ὅρια στήν ἔμφυτη πνευματική ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθωπίνου προσώπου, ἀνεξάρτητα ἀπό τό κατά πόσο τό σῶμα ἤ ἡ διάνοιά του ἔχουν ὑποστεῖ βλάβη μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου».
Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ὁ χαρακτηρισμός τῆς αὐτοχειρίας στήν § 31 ὡς «τραγωδίας» καί «βαθιᾶς προσβολῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», καθώς καί ἡ διαβεβαίωση ὅτι ἡ αὐτοχειρία «δέν εἶναι ποτέ δυνατόν νά θεωρηθεῖ ἐπιτρεπτή λύση ἀπέναντι στά ἐγκόσμια δεινά». Παράλληλα, σημειώνεται ὅτι, στό ὄνομα τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης καί τῆς «ποιμαντικῆς οἰκονομίας» καί μέ βάση τά διαγνωστικά καί θεραπευτικά εὑρήματα τῆς σύγχρονης ἐποχῆς», «δέν θά πρέπει νά ἀποκλείεται κατ᾿ ἀρχήν ἡ πλήρης ἐξόδιος ἀκολουθία καί ἡ ἐκκλησιαστική ταφή γιά ἕναν ἄνθρωπο πού ἀφαίρεσε μόνος του τή ζωή του».
Ὅσον ἀφορᾷ στό θέμα τῆς εὐθανασίας, τονίζεται ὅτι «ἀκόμη καί στήν περίπτωση ἀνθρώπων πού δοκιμάζονται ἀπό φοβερές ἀσθένειες, ὁ θάνατος δέν θά πρέπει νά ἐπιταχύνεται, ὅσο φιλάνθρωπη καί ἄν θεωρεῖται μία τέτοια πράξη». Ἡ εὐθανασία χαρακτηρίζεται ὡς «μία πρακτική ξένη πρός τή χριστιανική θεώρηση τῆς ζωῆς» καί ὑπογραμμίζεται ὅτι «εἶναι ἀπόλυτα ἐπιτρεπτό σέ ἀνθρώπους στό κατώφλι τοῦ θανάτου νά ἀρνοῦνται ἔκτακτες ἰατρικές θεραπείες καί τεχνολογίες πού παρατείνουν τεχνητά τή σωματική ζωή πέρα ἀπό τό σημεῖο ὅπου τό σῶμα ἀπό μόνο του, φυσιολογικά, θά εἶχε παραδώσει τό πνεῦμα. Δέν μπορεῖ νά ἀποτελεῖ καθῆκον ἑνός χριστιανοῦ ἡ παράταση τῶν βασάνων τοῦ σώματος ἀπό φόβο ἐνώπιον τοῦ ἀναπόφευκτου τέλους ἤ ἡ προσκόληση σέ αὐτόν τόν κόσμο πέρα ἀπό κάθε λογική». Τέλος, ὑπογραμμίζεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας παρηγορεῖ τούς πενθοῦντες καί προσεύχεται ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων. Στούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι «προσδοκοῦν ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ὁ θάνατος «μέσα στή χάρη τοῦ Θεοῦ δέν θά πρέπει νά προκαλεῖ φόβο».
Στό θέμα τῆς εὐθανασίας δέν ὑπάρχει ὁμοφωνία μεταξύ τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν Ὀμολογιῶν, οὔτε βεβαίως μεταξύ τῶν θρησκειῶν. Ὅμως, καί στό πλαίσιο μιᾶς ἐπιμέρους Ἐκκλησίας ἤ Ὁμολογίας, τυχόν ἀποφάσεις γιά τό θέμα αὐτό δέν ἔχουν συνήθως γενική ἀποδοχή.
Εἶναι γεγονός, ὅτι πολλά σύγχρονα διλήμματα μέ τήν εὐθανασία γεννήθηκαν λόγῳ τῆς ἐντυπωσιακῆς προόδου τῆς ἰατρικῆς τεχνολογίας καί τῶν δυνατοτήτων παράτασης τῆς ζωῆς μέ διασωλήνωση καί μέ ἄλλες μεθόδους. Σήμερα εἶναι ἐν ἐξελίξει φιλόδοξα ἐρευνητικά προγράμματα γιά τήν ἀνακάλυψη καί ἀνατροπή τῶν μηχανισμῶν γήρανσης. Διαβάζουμε σχετικῶς: «Κάποιοι ὁραματιστές στή Σίλικον Βάλεϊ ἵδρυσαν ἐρευνητικά ἰνστιτοῦτα πού δέν ἔχουν στόχο νά μειώνουν λίγο λίγο τή θνητότητα ἀντιμετωπίζοντας μία μία τίς ἀσθένειες, ἀλλά νά ἀντιστρέψουν τόν ἴδιο μηχανισμό τῆς γήρανσης καί νά ἀναβαθμίσουν τόν κυτταρικό ἐξοπλισμό μας σέ μιά ἔκδοση χωρίς αὐτό τό σφάλμα. Τό ἀποτέλεσμα ἐλπίζουν ὅτι θά εἶναι ἡ αὔξηση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς κατά πενήντα, ἑκατό, ἀκόμη καί χίλια χρόνια» (Steven Pinker, Διαφωτισμός τώρα, ἐκδ. Διόπτρα, Ἀθήνα, 2021).
Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί ἐπιμένουμε: Ἀντιστεκόμαστε στήν «ἀντικειμενοποιημένη ζωή» χωρίς ἀναστάσιμη πνοή καί χωρίς οὐρανό. Δέν ὑπάρχει μόνον ἡ ἐπιστημονική γνώση, ἡ τετράγωνη λογική καί ἡ μετρήσιμος πραγματικότης. Ὑπάρχει τό μυστήριο, ἡ διάστασις τοῦ βάθους τῶν πραγμάτων, τό νόημα, ἡ ὀμορφιά, ἡ τέχνη, πού μεγαλώνει τό μυστήριο τοῦ κόσμου. Ὑπάρχει ὁ θρησκευτικός συγκλονισμός, ὁ πόθος τοῦ ἀνθρώπου γιά ὅλα ἐκεῖνα τά προσφιλῆ καί ὑψηλά, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά προσφέρῃ στόν ἑαυτό του. Στήν ἐποχή μας ἔχει διαψευσθῆ ἡ πρόβλεψη ὅτι «ἡ ἀνθρωπότητα πορεύεται πρός μία ἐποχή χωρίς θρησκεία». Καμμία ἀνάλυση τῆς κατάστασης τῆς παγκόσμιας κοινωνίας δέν εἶναι πλήρης χωρίς ἀναφορά στόν ρόλο τῆς θρησκείας.
Ἡ Ἐκκλησία θά συνεχίσῃ νά εἶναι χῶρος βίωσης τῆς ἐλθούσης Χάριτος, καί ἡ Θεολογία θά ἀναδεικνύῃ τό ὑπαρξιακό περιεχόμενο καί τή σωτηριώδη Ἀλήθεια τῆς πίστης μας στόν Χριστό, τόν «ὁμοούσιον τῷ Πατρί κατά τήν θεότητα καί ὁμοούσιον ἡμῖν κατά τήν ἀνθρωπότητα, κατά πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρίς ἁμαρτίας», συμφώνως πρός τόν ἀνυπέρβλητο δογματικό ὅρο τῆς ἐν Χαλκηδόνι Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451). Καί θά διακηρύττῃ ὅτι, ἄνευ ἀναφορᾶς στόν ζῶντα Θεό, ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά διαχειρισθῇ μέ δημιουργικό τρόπο τίς ὁριακές καταστάσεις τῆς ζωῆς, τό ἀναπότρεπτον τοῦ θανάτου, τίς μεταφυσικές του ἀνησυχίες καί τόν ἐγγενῆ πόθο τῆς αἰωνιότητος.
Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀπηχεῖ, σέ ὅλες τίς διαστάσεις της, τή νίκη κατά τοῦ θανάτου. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι «Sein zum Tode», «Εἶναι πρός θάνατον», ἀλλά πλασμένος γιά τήν αἰωνιότητα, ἀποτελεῖ «Εἶναι πρός Ζωήν». Ἡ ἀναστάσιμη «ἀνεκλάλητος καί δεδοξασμένη» χαρά τῆς ἐν Χριστῷ, κατά Χριστόν καί εἰς Χριστόν ζωῆς, εἶναι ὁ «νέος οἶνος», ὁ ὁποῖος διαρρηγνύει τούς «παλαιούς ἀσκούς» (Ματθ. θ’, 17), ὑπερβαίνει τή θεώρηση τοῦ θανάτου ὡς ἀπελευθέρωσης τῆς ψυχῆς ἀπό τό «δεσμωτήριον», τό «ἐμπόδιον» τοῦ σώματος γιά νά ζήσῃ τήν αὐθεντική φυσική ἀθανασία της χωρίς αὐτό. Ἡ χριστιανική ζωή ἐν Ἐκκλησίᾳ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀποκάλυψις τοῦ «μυστηρίου τοῦ προσώπου», τοῦ «αἰνίγματος» τό ὁποῖο, κατά τόν Νικόλαο Μπερντιάγιεφ, εἶναι «τό πιό ἀνεξιχνίαστο ἀπ ᾿ ὅλα γιά τή φιλοσοφική σκέψη» καί ἐκεῖνο πού ἔχει «περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα τά ἄλλα τήν ἀνάγκη τῆς Ἀποκάλυψης» (Ν. Μπερντιάγιεφ, Πέντε στοχασμοί περί ὑπάρξεως, Ἀθῆναι, χ. χρ. ἔκδ., σ. 194).
Ἐκλεκτοί παρόντες,
Μέ αὐτές τίς σκέψεις, σᾶς καλωσορίζουμε ἐγκαρδίως ἀκόμη μία φορά στήν Πόλη τοῦ Κωνσταντίνου, εὐχόμαστε σέ ἐσᾶς καί τούς ἀγαπημένους σας Καλά Χριστούγεννα, εὐλογημένο Ἅγιο Δωδεκαήμερο καί ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ γιά τό Νέον Ἔτος.
Εὐχαριστοῦμε γιά τήν προσοχή σας!




