
* * *
Τιμιώτατοι ἀδελφοὶ καὶ προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Ἡ κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι τὸ διαρκὲς καὶ συναρπαστικὸ ταξείδι τοῦ πιστοῦ στὴν ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομίας, ὁ σύνδεσμος μὲ τὸ παρὸν καὶ ἡ θελκτικὴ πρόγευση τῶν μελλόντων, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ’, 8). Ὅταν τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία, τὰ πάντα γεμίζουν μὲ ἀναστάσιμο φῶς, ὁ χρόνος γίνεται αἰωνιότης, ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῶν Ἐσχάτων, εἶναι παροῦσα καὶ συνεορτάζουσα.
Κεντρικὴ θέση σέ αὐτό τό ἀναστάσιμο λειτουργικόν βίωμα τῶν Ὀρθοδόξων ἔχει ἡ Παναγία Θεοτόκος, ἐν τῇ ὁποίᾳ καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀπεκαλύφθη τὸ μέγα μυστήριον, «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Κολ. α’, 26). Ἀτελείωτοι ὕμνοι καὶ δεήσεις ἀπευθύνονται πρὸς αὐτήν. Ἡ ἐγγύτης πρὸς τὸν Υἱὸν της καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο καθιστᾷ τὴν Θεομήτορα κατ᾿ ἐξοχὴν μεσίτριαν πρὸς Κύριον. Σέ αὐτὴν ἀναθέτουμε «τὴν πᾶσαν ἐλπίδα» μας. Ἡ Παναγία εἶναι τὸ ἀσφαλὲς καὶ μόνιμο καταφύγιο τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις τοῦ βίου. Εἶναι ἡ ἐλπίδα, ἡ καταφυγὴ καὶ ἡ λύτρωση ὅλων μας στὶς ἀποτυχίες, τὰ ἀδιέξοδα καὶ τὶς πτώσεις μας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι γιὰ τὸν πιστὸ ἄνθρωπο τὸ στήριγμα, ἡ ὁδὸς καὶ ἡ πύλη τῆς σωτηρίας. Ἡ μητρικὴ της ἀγκαλιὰ εἶναι ἡ παρηγορία ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, χωρὶς καμμιὰ διάκριση.
Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ προστασία τῆς Πόλεώς μας ἀνετέθη ἀπὸ τὸν Κτήτορά της Μέγαν Κωνσταντῖνον εἰς τὴν Κυρία Θεοτόκο. Σὲ αὐτὴ τὴν Πόλη, τὴν Θεοτοκούπολιν, διαμορφώθηκε, καὶ ἐδῶ περικρατεῖται μέχρι σήμερα τὸ ἱερώτατο μυστήριο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ἐδῶ δόθηκαν ἀγῶνες καὶ μάχες γιὰ νὰ κρατηθεῖ ἄμεικτος, ἀνόθευτος, ἡ πίστις ἀπὸ στρεβλώσεις. Ἐδῶ, μὲ κόπο καὶ θυσίες, τὸ μυστήριο τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων, τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης, «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνον φυλάσσεται ὡς θησαυρὸς πολύτιμος ἀλλὰ μεταλαμπαδεύεται σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ἐδῶ ἀναβλύζει, ὡς ἀνεξάντλητος ποταμός, ἡ πίστις μας, ὅπως καθωρίσθηκε ἐπακριβῶς ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρας μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἐδῶ τηρεῖται μὲ εὐλάβειαν ἡ λειτουργικὴ παράδοση, ἡ κανονικὴ τάξις καὶ τὸ σταυροαναστάσιμο ἦθος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀκλονήτου θεμελίου τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως.
Ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία ἔδωκε ἕνα βαρὺ Σταυρὸ στὸν ἑκάστοτε Ἐπίσκοπό της, νὰ καιροφυλακτεῖ, καὶ μὲ τὴ Χάρη τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Θεοῦ, νὰ διαφυλάσσει τὴν ἀλήθεια ἀνόθευτη, γιὰ νὰ τὴν μεταβιβάζῃ ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως σηκώνει αὐτὸν τὸν Σταυρὸ ἐδῶ καὶ αἰῶνες, καὶ κοιτώντας πάντα στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δὲν κουράζεται, δὲν ἐξαντλεῖται, δὲν ἀπελπίζεται. Ἀντιθέτως, παίρνει θάρρος, ἐνισχύεται, ἀνακαινίζεται ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ παρελθὸν καὶ τὸ μεταποιεῖ σὲ ἐλπίδα καὶ κινητήριο δύναμη γιὰ τὸ μέλλον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου.
Σήμερα, ζοῦμε ἐδῶ σὲ αὐτὸν τὸν χῶρο τὴν 1400στὴ ἀνάμνηση τῆς θερμῆς καὶ καρδιακῆς ψαλμωδήσεως ἑνὸς θαυμασίου ὕμνου στὴν Κυρία Θεοτόκο, τοῦ ὀνομασθέντος «Ἀκαθίστου Ὕμνου», ἐξ ἀφορμῆς τῆς σωτηρίας τῆς Πόλεως, μὲ τὴ Χάρη της, ἀπὸ σκληρὴ δοκιμασία. Σὲ αὐτὸ τὸ δοξολογικὸ καὶ εὐχαριστήριο ἀντίδωρο τῶν πιστῶν πρὸς τὴν Εὐεργέτιδα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ὑπάρχει τὸ ἀπάνθισμα καὶ καταστάλλαγμα ἐν περιλήψει ὁλόκληρης τῆς Θεολογίας. Γι᾿ αυτὸ καὶ ἀπετέλεσε διαχρονικῶς ἐντρύφημα ὅλων τῶν πιστῶν ἀπὸ τότε καὶ μέχρι σήμερα σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο.
Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ διαχρονικὴ καὶ ὑπερεθνικὴ μητέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ὄχι μόνον ἑνὸς Ἔθνους καὶ ἑνὸς Λαοῦ, ἀλλὰ κοινὴ μητέρα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὁ Χριστὸς σαρκώθηκε ἐξ αὐτῆς γιὰ νὰ σώσῃ ὅλο τὸν κόσμο. Δὲν περιορίζεται ἡ ἀγάπη τῆς Θεοτόκου, δὲν ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὸ προνόμιο καὶ δικαίωμα κάποιων. Περιβάλλει ὅλη τὴν οἰκουμένη.
Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα,
Ἀπὸ τὴν ἐκλογή μας στὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Θρόνο πρὶν τριανταπέντε χρόνια, θέσαμε τὴν ταπεινή μας διακονία ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ τὴν ὁποία ζητήσαμε καὶ λάβαμε καιρό, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, στὸ πρῶτο ταξείδι ποὺ πραγματοποιήσαμε ὡς Πατριάρχης στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας ἐπανήλθαμε ἔκτοτε ἀρκετὲς φορές. Στὶς ἐπισκέψεις αὐτές, εἴχαμε τὴ σπάνια εὐλογία νὰ τελέσουμε τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας δύο φορὲς ὡς ἁπλοῦς ἱερεύς: Μία στὸ Παρεκκλήσιο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου τῆς Μονῆς Διονυσίου καὶ μία στὸ Παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Πορταϊτίσσης στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων.
Σήμερα, χάριτι Θείᾳ ἀξιωθήκαμε νὰ ἱερουργήσουμε γιὰ τρίτη φορὰ ἱερατικῶς, γιὰ πρώτη φορὰ ἐδῶ στὴ Βασιλίδα τῶν Πόλεων καὶ μάλιστα στὸ Ἱερὸ Ἁγίασμα τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου ἐψάλη «ὀρθοστάδην» ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος.
Ὅπως ἔχουμε γράψει καὶ στὸ παρελθόν, «ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶναι σύμβολο τῆς στάσης τὴν ὁποία ὁλόκληρος ὁ κόσμος πρέπει νὰ υἱοθετεῖ ἐνώπιον τῶν προβλημάτων τῆς ἐποχῆς μας, εἴτε πρόκειται γιὰ τά κοινωνικὰ ζητήματα τῆς ἀνεργίας καί τῆς φτώχειας, τὰ πολιτικὰ προβλήματα τοῦ πολέμου καὶ τῆς τρομοκρατίας ἤ τὰ περιβαλλοντικὰ θέματα τῆς ρύπανσης καὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ περιβάλλοντος. Κάθε ἔνας ἀπὸ μᾶς καλεῖται νὰ παραμείνει ἄγρυπνος καὶ ὀρθός, πάντοτε ἐν ἐπιγνώσει καὶ ἐν προσευχῇ». (Συνάντηση μὲ τὸ μυστήριο, σ. 293).
Λαὲ τοῦ Θεοῦ εὐλογημένε,
Σὲ ἕνα κόσμο διαρκῶς ρευστὸ καὶ ἐναλλασομένων τάσεων καὶ ροπῶν, εἶναι ἀδιανόητο οἱ ἄνθρωποι τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως νὰ προτάσσουν ἐπιλογὲς ποὺ διαταράσσουν τὴν ἁρμονική τους συνύπαρξη καὶ ἀντιμάχονται μὲ τὰ ἔργα τους τὴν Ἐνανθρώπηση τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀληθινῆς Εἰρήνης τοῦ κόσμου. Οἱ πόλεμοι, οἱ ἔριδες, οἱ μάχες δὲν ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.
Σήμερα, δυστυχῶς, γευόμεστε τὰ ἀπότοκα τοῦ παγώματος τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Ζοῦμε αὐτὸ ποὺ μᾶς λέγει τὸ Εὐάγγέλιο ὡς αἰτία αὐτῶν τῶν φαινομένων τὸ ὅτι ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν (πρβλ. Μτ. κδ’, 12). Ὅμως, εἶναι, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν κακῶν ἀφορμῶν, εὐκαιρία νὰ ἀναθεωρήσουμε τὴν κοσμοθεωρία μας καὶ νὰ ἐπανασυχρονισθοῦμε με τὶς ἀρχὲς καὶ τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν ἀνέκαθεν ἡ διδάσκαλος τῆς εἰρήνης καὶ τῆς πραότητος. Δὲν ἐστήριξε ποτὲ καὶ δὲν ἀγαπᾶ τοὺς μερισμοὺς καὶ τὶς διαιρέσεις τῶν ἀνθρώπων. Δὲν εἶδε μὲ διαφορετικὴ διάθεση τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐκτὸς τῆς πίστεώς της, τοὺς μὴ ὀρθοδόξους, γιατὶ κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Κυρίου «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α’ Τιμ. β’, 4). Μὲ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ εὐαγγελίζεται τὴν σωτηρία ἀβίαστα, ἀπεριόριστα. Ὅποιος θέλει τὴν ἀκολουθεῖ ἐλεύθερα. Ἡ Ἐκκλησία ἀναμένει, συγχωρεῖ, ἑνώνει, ἐλπίζει. Κηρύττει τὴν ἀλήθειά της μὲ σιωπή, μὲ θυσία, μὲ προσευχή, μὲ ἀγάπη, ὄχι φαρισαϊκὰ καὶ ἐπίπλαστα ἀλλὰ μὲ φυσικότητα καὶ εἰλικρίνεια. Ἔχει ἐμπειρία αἰώνων στὸ εἶναι της. Γι’ αὐτό, ἔστω καὶ ἐὰν ἔλαβε πολλὲς ἀφορμές, δὲν ἀνταποκρίθηκε σὲ ἐκπτωτικὲς τῆς πίστεώς της ἐπιλογές. Προτίμησε πάντοτε τὴ διακριτικότητα, τὴ μὴ ἀνταπόδοση τοῦ κακοῦ, κατὰ τὸ Παύλειον, «ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, πάντα στέγει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει» (Α’ Κορ. ιγ΄, 4-7)
Μὲ τὴν εὐκαιρία, λοιπόν, τῆς σημερινῆς Θείας Λειτουργίας, ἀπευθύνουμε ταπεινῶς ἀπὸ τὸν Θεομητορικὸ τοῦτο χῶρο καρδιακὴ ἔκκληση γιὰ τὴν παύση ὅλων τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἐχθροπραξιῶν. Παρακαλοῦμε κάθε ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, ἐξ ὁποιασδήποτε πλευρᾶς καὶ θέσεως ὅπου εὑρίσκεται, νὰ ἀναλογισθεῖ τὸ μέγεθος τῶν συμφορῶν ποὺ ἀποφέρει ἡ διατάραξη τῶν ἰσορροπιῶν καὶ τῆς συνύπαρξης τῶν λαῶν. Οἱ πόλεμοι ποτὲ δὲν ἦταν, οὔτε εἶναι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσουν ὡς μέσον λύσεως προβλημάτων.
Ἀπὸ τῆς ταπεινῆς μας θέσεως, ὡς διάκονοι καὶ ὑπηρέται τῆς «ὄντως εἰρήνης τοῦ Θεοῦ» (πρβλ. Φιλ. δ’, 7), τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀπὸ τῆς γεμάτης ἱστορικὲς ἐμπειρίες Πόλεως ἀναφωνοῦμε τὸ «Εἰρήνη πᾶσι» καὶ προσκαλοῦμε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους σε θερμὴ προσευχὴ γιὰ νὰ φωτίσει ὁ Κύριος τοὺς ἰθύνοντας πρὸς καταλλαγὴ καὶ ἀνεύρεση λύσεων μακρὰν τῆς ἐπιλογῆς τῶν πολέμων. Ἂς προτάξουμε τὴν ἀξία τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Ἂς τιμήσουμε τὸ ἀνεπανάληπτο ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἂς θέσουμε σὲ δεύτερη θέση τὸ ἐφήμερο συμφέρον. Ἂς ἀξιοποιήσουμε ὅσες δυνάμεις ἔχουμε πρὸς ἐκτόνωση τῶν ἐντάσεων. Ἂς προσφύγουμε μὲ διάθεση καταλλαγῆς καὶ συμφιλιώσεως σὲ συζητήσεις. Ἂς προσέλθουμε μὲ προτάσεις στό διάλογο. Ἂς ταπεινωθοῦμε γιὰ νὰ εὕρουμε ἔλεος καὶ Χάριν καὶ νὰ γίνουμε παράδειγμα καὶ φῶς πρὸς δόξαν τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐν τέλει, ἄς καταφύγουμε πρὸς τὴν Παναγία Μητέρα μας, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καὶ ἄς τῆς ζητήσουμε μὲ παιδικὴ ἁπλότητα καὶ ἀκακία νὰ γίνῃ τεῖχος καὶ βοηθὸς γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εὑρίσκονται σὲ δυσκολίες καὶ κινδύνους. Ἂς τῆς προσφέρουμε τὴν διάθεσή μας γιὰ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ πρὸς τὸν Κύριό μας. Στὸ πνεῦμα αὐτό, ἀπονέμουμε σὲ κάθε ἕνα καὶ κάθε μία ἀπὸ ἐσᾶς τὴν Πατρική μας εὐλογία. Σᾶς καλοῦμε νὰ ψάλλουμε τώρα ὅλοι μαζί, μὲ θέρμη καὶ ζῆλο, τὸν ἐξαίρετο καὶ διαρκῶς ἐπίκαιρο ὕμνο τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ».





