
Σε συγκινητική ατμόσφαιρα η Βουλή των Ελλήνων, την Τρίτη, 5 Μαΐου 2026, τίμησε την 65ετή ιερατική διακονία και την 35ετή Πατριαρχία της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου. Σε ειδική συνεδρίαση της Ολομελείας της, παρουσία του Εξοχ. Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνου Τασούλα, ο Πρόεδρος της Βουλής Εξοχ. κ. Νικήτας Κακλαμάνης απένειμε στον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη το χρυσό Μετάλλιο της Βουλής των Ελλήνων.
Στην προσφώνησή του, ο κ. Κακλαμάνης, αναφέρθηκε στη διαχρονική πολύτιμη προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και αναφερόμενος στον Παναγιώτατο τόνισε ότι με το έργο του «φωτίζει τόσο τον απανταχού Ελληνισμό, όσο και τον πανανθρώπινο πολιτισμό».
«Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο οφείλουμε τιμή και ευγνωμοσύνη, γιατί εκεί χρωστάμε την ύπαρξη, τη συνοχή και τη συνέχειά μας. Η αποστολή του είναι η εγγύηση για την ιστορία, το παρόν και το μέλλον μας», τόνισε, μεταξύ άλλων, ο Πρόεδρος της Βουλής.
Στην ομιλία του προς την Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στη σημασία του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας και στη σχέση με τον Χριστιανισμό.
“Το «θαύμα» της δημιουργικής συναντήσεως Ελληνισμού και Χριστιανισμού συνετελέσθη χάρις εις την δύναμιν της Ελληνικής γλώσσης, της «μητρικής γλώσσης του πνεύματος», της γλώσσης του Ομήρου, των Τραγικών και των Φιλοσόφων, της Καινής Διαθήκης, των Πατέρων της Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής Υμνολογίας. Η γλώσσα μας, ουσιαστικώς φιλοσοφική, στοχαστική και ποιητική, κατευθύνει τον νουν και την σκέψιν πάντοτε προς το βάθος των πραγμάτων, προς το ουσιώδες και το καθολικόν, προς την αλήθειαν, η οποία, όπως έλεγεν ο Δημόκριτος, ευρίσκεται «εν βυθώ».
Δεν είναι τυχαίον, ότι η ελληνική γλώσσα και η Ορθόδοξος πίστις ανήκουν εις τον πυρήνα της πνευματικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας του Γένους μας. Εάν εις την ιστορικήν πορείαν του δεν έσβησε ποτέ ο λύχνος του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, τούτο οφείλεται μεγάλως εις το γεγονός ότι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας ετοποθέτουν ευθαρσώς τον λύχνον αυτόν επί την λυχνίαν. Εις περιόδους δυστήνους, η Εκκλησία ίδρυσε σχολεία και Ακαδημίας, διέσωσε την γλώσσαν μας εις την λατρευτικήν της ζωήν, μαρτυρούσα την αξίαν της συνοχής και της ενότητός της δια την ιδιοπροσωπίαν μας. Η Εκκλησία, η οποία εσφράγισεν ανεξίτηλα την διαδρομήν του Γένους, καλείται και σήμερα να λειτουργή ως θετική πρόκλησις εν Χριστώ ζωής και ελευθερίας, δια της Ορθοδοξίας της πίστεως, της δοξολογικής λατρείας του Θεού και της ορθής αντιλήψεως περί του ανθρώπου.”
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του επεσήμανε:
“Η ανθρωπίνη αξία και ο απόλυτος σεβασμός της δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθούν επί μιάς νατουραλιστικής θεωρήσεως του ανθρώπου. Έχομεν ανάγκην πνευματικού προσανατολισμού, ο οποίος μας εμπλουτίζει υπαρξιακώς και τρέφει το ηθικόν μας αισθητήριον. Όλοι γνωρίζομεν ότι ο λεγόμενος «ηθικός ανθρωπισμός» τοποθετεί τον άνθρωπον εις την κορυφήν της ιεραρχίας των αξιών. Όμως, η πείρα των αιώνων δεικνύει ότι και τα ανθρωπιστικα ιδεώδη απαιτούν πνευματικόν θεμέλιον και στήριγμα, πέραν του «απλώς ανθρωπίνου». Εν τη εννοία ταύτη, πιστεύομεν, ότι δια την προστασίαν της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας, δεν είναι αρκετός ο προσανατολισμός «γενικώς» εις τον «άνθρωπον». Το Προοίμιον του Συντάγματος της Ελλάδος «Εις το όνομα της αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος» εις αυτήν την αλήθειαν παραπέμπει.
Η υποτίμησις των πνευματικών αξιών δεν προωθεί ούτε τον σεβασμόν του ανθρωπίνου προσώπου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, ούτε την προστασίαν της φύσεως, ούτε τον αγώνα δια την ελευθερίαν και την κοινωνικήν δικαιοσύνην. Αντιθέτως, η πίστις εις τον Θεόν της αγάπης και της ειρήνης αποτελεί πηγήν εμπνεύσεως, οξύνει το αισθητήριόν μας δια το δέον και το πρακτέον και ενισχύει την ανθρωπίνην προσπάθειαν, ακόμη και όταν αυτή ευρίσκεται ενώπιον δυσεπιλύτων προβλημάτων και ανυπερβλήτων εμποδίων.”
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Παναγιώτατος στη σημασία της ειρήνης στο πλαίσιο και της σημερινής παγκόσμιας πραγματικότητας.
“Το περί Ειρήνης κήρυγμα της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας δεν είναι ουτοπικόν και ρητορικόν. Γνωρίζομεν καλώς ότι ο δημόσιος λόγος κυριαρχείται διεθνώς υπό θεωρήσεων γεωπολιτικών και γεωοικονομικών, υπό αναλύσεων του λεγομένου «συσχετισμού των δυνάμεων», υπό προσεγγίσεων, όπως αποκαλούνται, πραγματιστικών. Είναι γεγονός ότι η σύγχρονος εκδοχή της λεγομένης Realpolitik έχει κατισχύσει πλήρως του Διεθνούς Δικαίου και αυτού τούτου του Καταστατικού Χάρτου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος διέπεται υπό της γενικής αρχής της ειρηνικής επιλύσεως των διαφορών. Ο περί Ειρήνης Ορθόδοξος λόγος υπερβαίνει προδήλως την Ιστορίαν ως λόγος σωτηριολογικός, αλλά η Ιστορία εκβάλλει εκ των σπλάχνων και των πληγών της διδάγματα εύγλωττα και εναργή.
Η ανθρωπότης έχει ανάγκην μιάς σταθεράς συναινέσεως επί ενός κορμού κοινών θεμελιωδών αξιών, η οποία θα λειτουργή, παρά τας πολιτικάς, κοινωνικάς, θρησκευτικάς και πολιτισμικάς διαφοροποιήσεις και εντάσεις, ως βάσις δια την συμβίωσιν και την σύμπραξιν των ανθρώπων δια το κοινόν καλόν. Αυτός ο κορμός παγκοσμίων αξιών έχει αποτυπωθή, ως «το κοινό ιδανικό, στο οποίο πρέπει να κατατείνουν όλοι οι λαοί και όλα τα έθνη», εις τα τριάκοντα άρθρα της Οικουμενικής Διακηρύξεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου (10 Δεκεμβρίου 1948), του «πιθανώς γνωστοτέρου νομικού κειμένου εις τον σύγχρονον κόσμον», το οποίον αποτελεί την απάντησιν της παγκοσμίου κοινότητος εις την μεγαλυτέραν ανθρωπιστικήν καταστροφήν εις την ιστορίαν.
Δυστυχώς, σήμερα, ηθελημέναι παρανοήσεις, ο χαρα-κτηρισμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως του «δουρείου ίππου της Δύσεως» με στόχον την πολιτισμικήν επικράτησιν, ενστάσεις εκ μέρους των θρησκειών περί διαβρώσεως των κοινοτικών παραδόσεών των δια μέσου του δυτικού ατομοκεντρισμού, η μετανεωτερική απόρριψις της λεγομένης «τυραννίας του γενικού», οδηγούν εις ηχηράς αμφισβητήσεις των δικαιωμάτων αυτών ως «οικουμενικού ανθρωπιστικού κριτηρίου».




